Facebook Instagram Youtube Tiktok
Συνεντεύξεις

Συνέντευξη της Έλενας Αγγελοπούλου στο Books ’n More, με αφορμή την ποιητική συλλογή «Φωνήεσσα Σιωπή» – Εκδόσεις Poetry

Συνέντευξη της Έλενας Αγγελοπούλου στο Books ’n More,  με αφορμή την ποιητική συλλογή «Φωνήεσσα Σιωπή» – Εκδόσεις Poetry

Σήμερα στη στήλη Συνεντεύξεις του ηλεκτρονικού και έντυπου περιοδικού Books 'n more φιλοξενούμε την ποιήτρια Έλενα Αγγελοπούλου με αφορμή την κυκλοφορία της νέας ποιητικής της συλλογής με τίτλο Φωνήεσσα σιωπή που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Poetry.

Από το οπισθόφυλλο:

Δεν είναι οι ήχοι που μας ενώνουν
μα το κενό ανάμεσά τους.
Εκεί όπου οι λέξεις σπάνε
κι ανθίζει μια μυστική ακρόαση.

Το σώμα μιλά πρώτο,
πότε υψώνοντας, πότε συστέλλοντας
το ανάστημά του.

Μα ό,τι δεν ειπώθηκε
γίνεται τέλμα.

Κι από τη βαθιά του ακινησία
αναδύεται αργά μια φωνή
-όχι για να σπάσει τη σιγή,
αλλά για να την κατοικήσει με νόημα.

 

Μια σιωπή φωνήεσσα.

Βιογραφικό:

Η Έλενα Αγγελοπούλου, με καταγωγή από τη Βόρεια Εύβοια και γεννημένη στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας, είναι εκπαιδευτικός και Διευθύντρια σε Δημόσιο Σχολείο της Αττικής.

Η αγάπη της για τα παιδιά και τη δημιουργική έκφραση την οδήγησε στις Επιστήμες της Αγωγής και στη Δημιουργική Γραφή. Είναι απόφοιτη του Πανεπιστημίου Αιγαίου και κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων (MEd), με ειδίκευση στις Καινοτόμες Τεχνολογίες, στις Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες και στη Δημιουργική Γραφή.

Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει επτά παιδικά βιβλία και δύο ποιητικές συλλογές, με τίτλους: «Αντίστιξη» και «Ψυχής σταλάγματα». Κείμενα και ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε ποικίλα συλλογικά έργα και έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ιστοτόπους και εφημερίδες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Έχει, επίσης, διασκευάσει για το θέατρο, το έργο του Μ. Λουντέμη «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», το οποίο ανέβηκε από την Παιδική Σκηνή Γ. Χριστόπουλου.

Έργα της έχουν διακριθεί σε πλήθος πανελλήνιων και διεθνών λογοτεχνικών διαγωνισμών. Είναι ενεργό μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και της Διαδικτυακής Ένωσης Λογοτεχνών Ελλάδας.


Συνέντευξη στο περιοδικό Books 'n more

1. Πώς γεννήθηκε η ανάγκη να δημιουργηθεί η ποιητική συλλογή «Φωνήεσσα Σιωπή» και τι σημαίνει για εσάς ο τίτλος της;

Η «Φωνήεσσα Σιωπή» γεννήθηκε από την ανάγκη να δοθεί χώρος σε όσα συχνά παραμένουν ανείπωτα. Σε εκείνες τις αλήθειες που δυσκολεύονται να βρουν λέξεις, στα συναισθήματα που κρύβονται πίσω από βλέμματα, στις πληγές που δεν φαίνονται, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα μας. Η ποίηση, για μένα, είναι ένας τρόπος να πλησιάζω αυτό το άρρητο, να του επιτρέπω ν’ αναπνεύσει, και ίσως, να αποκτήσει φωνή.

Ο τίτλος συμπυκνώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία της συλλογής. Η σιωπή δεν είναι πάντοτε απουσία ή αδυναμία έκφρασης. Μπορεί να είναι ένας τόπος εσωτερικής διεργασίας, όπου ωριμάζουν οι σκέψεις και τα συναισθήματα, προτού γίνουν λόγος. Είναι εκείνο το διάστημα ανάμεσα σε αυτό που αισθανόμαστε και σε εκείνο που τελικά τολμάμε να πούμε.

Η σιωπή γίνεται φωνήεσσα όταν αρχίζει ν’ αποκτά «μορφή» και να εκφράζεται μέσα από το σώμα, τη μνήμη ή ακόμη και μια ανεπαίσθητη κίνηση, αποκαλύπτοντας όσα οι λέξεις αδυνατούν να περιγράψουν. Όπως γράφω και στο ομώνυμο ποίημα, «Μέσα στη σιωπή κυοφορείται ο ήχος». Αυτή ακριβώς η διεργασία της κυοφορίας, η στιγμή κατά την οποία κάτι άρρητο αρχίζει να διαμορφώνεται και να αναζητά τον τρόπο να εκφραστεί, αποτελεί για μένα την ουσία της ποιητικής πράξης.

2. Υπάρχει κάποιο ποίημα μέσα στη συλλογή που αισθάνεστε ότι σας αντιπροσωπεύει περισσότερο ή που έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για εσάς;

Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω ένα μόνο ποίημα, γιατί το καθένα εκφράζει και μια διαφορετική πλευρά της ίδιας εσωτερικής αναζήτησης. Αν, ωστόσο, έπρεπε να επιλέξω εκείνο που συνομιλεί περισσότερο με τον πυρήνα της συλλογής, θα επέλεγα τα ποιήματα: «Φωνήεσσα σιωπή» και «Μετά τη φωνή».

Στο πρώτο, η σιωπή παρουσιάζεται ως μια λεπτή επιμονή ύπαρξης, ως ένας χώρος όπου το ανείπωτο αναζητά τη δική του μορφή. Στο δεύτερο, η σιωπή αποκτά μια άλλη διάσταση: δεν είναι πια μόνο «ο τόπος» της πληγής ή της αναμονής, αλλά ο χώρος όπου τα πράγματα μπορούν να καταλαγιάσουν και να νοηματοδοθούν αλλιώς.

Με συγκινεί ιδιαίτερα η σκέψη πως δεν χρειάζεται διαρκώς να εξηγούμε τα πάντα για να τα κατανοήσουμε. Υπάρχουν εμπειρίες που δεν «ντύνονται» με λέξεις, αλλά μαλακώνουν όταν τους δώσουμε χώρο μέσα μας.

Θα ξεχώριζα, επίσης, το ποίημα «Χαραυγή», γιατί εκεί η σιωπή μετατρέπεται σε απόφαση και η έξοδος από το σκοτάδι γίνεται μια πράξη αυτονομίας και ελευθερίας. Είναι σημαντικό για μένα η ποίηση να μην παραμένει μόνο στην καταγραφή του συναισθήματος, αλλά ν’ αναζητά και τη δυνατότητα της «μετατόπισης», ακόμη κι όταν το επόμενο βήμα είναι δύσκολο.

3. Η «σιωπή» και η «φωνή» μοιάζουν να συνυπάρχουν ήδη από τον τίτλο του βιβλίου. Πώς συνομιλούν αυτά τα δύο στοιχεία μέσα στην ποίησή σας;

Η φωνή και η σιωπή δεν είναι αντίθετες έννοιες στην ποίησή μου. Είναι δύο όψεις της ίδιας ανθρώπινης ανάγκης: να υπάρξουμε και να επικοινωνήσουμε, ουσιαστικά, με τον εαυτό μας και με τους άλλους.

Υπάρχει η σιωπή που προστατεύει, που επιτρέπει στη σκέψη να ωριμάσει και στο συναίσθημα ν’ αποκτήσει βάθος. Υπάρχει, όμως, και η σιωπή που επιβάλλεται, που γεννιέται από τον φόβο, την απόρριψη, την αδικία ή την αδυναμία μας να υπερασπιστούμε όσα έχουν σημασία για μας. Αυτή η δεύτερη σιωπή μπορεί να γίνει ασφυκτική.

Στη συλλογή με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η στιγμή κατά την οποία κάτι ραγίζει και το ανείπωτο αρχίζει ν’ αναδύεται. Μπορεί να είναι μια λέξη, μια ανάμνηση, μια απόφαση αποχώρησης ή ακόμη και η επίγνωση μιας κοινωνικής αδικίας. Η φωνή δεν χρειάζεται πάντοτε να υψωθεί για ν’ ακουστεί. Μερικές φορές αρκεί και ένας ψίθυρος.

Ίσως, τελικά, η ουσιαστικότερη συνομιλία να συμβαίνει εκεί όπου δεν προσπαθούμε να καλύψουμε κάθε κενό με λόγια, αλλά όταν μαθαίνουμε ν’ αφουγκραζόμαστε όσα υπάρχουν μέσα σε αυτό. Κατ’ επέκταση, η αληθινή επικοινωνία δεν είναι μόνο η ικανότητά μας να μιλάμε, αλλά και η διάθεση ν’ ακούμε, όσα ο άλλος δυσκολεύεται να εκφράσει.

4. Από πού αντλείτε κυρίως την έμπνευσή σας; Από προσωπικά βιώματα, εικόνες, ανθρώπους, συναισθήματα ή από τις μικρές στιγμές της καθημερινότητας;

Η έμπνευση μπορεί να  προκύψει από παντού. Από μια εικόνα, μια λέξη, ένα βλέμμα, μια στιγμή που μοιάζει ασήμαντη, μα μέσα της κρύβει κάτι βαθύτερο. Αρκεί κάτι ν’ αγγίξει μια ευαίσθητη χορδή μου, να ταράξει τα ήρεμα νερά της σκέψης μου ή ν’ αφήσει ένα ίχνος που επιμένει να επιστρέφει. Γιατί η γέννηση ενός ποιήματος δεν συμπίπτει πάντα με τη στιγμή «της συνάντησής μου με το ερέθισμα», αλλά συμβαίνει και ετεροχρονισμένα, όταν εκείνο που ωριμάζει μέσα μου αθόρυβα, επιμένει να με απασχολεί και, κάποια στιγμή, αναζητά τον δικό του δρόμο να ειπωθεί.

Τα προσωπικά βιώματα και τα συναισθήματα αποτελούν έναν βαθύ και ανεξάντλητο χώρο αναζήτησης, όχι όμως και τον μοναδικό. Στη «Φωνήεσσα Σιωπή», η προσωπική διαδρομή συναντά τον κόσμο που μας περιβάλλει. Ο έρωτας και η απώλεια συνομιλούν με τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, ενώ η ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με την αλλοτρίωση που μπορεί να γεννήσει η υπέρμετρη χρήση της τεχνολογίας και η κυριαρχία της καταναλωτικής κουλτούρας. Παράλληλα, η βία και η προσφυγική οδύνη αναδεικνύουν τις πληγές μιας κοινωνίας που συχνά μοιάζει να χάνει την ανθρωπιά της. Γιατί η ποίηση, για μένα, δεν είναι μόνο ένας τρόπος να αφουγκραζόμαστε τον εαυτό μας, αλλά και ένας τρόπος να κοιτάζουμε κατάματα τον κόσμο, ν’ αναγνωρίζουμε τις ρωγμές του, και να δίνουμε φωνή σε όσα δεν πρέπει να μείνουν στη σιωπή.

Έτσι, στα ποιήματα «Εκπτώσεις», «Μαθήματα αγωγής», «Διάπλους» και «Λεπτή εκδορά», το βλέμμα στρέφεται από την ατομική εμπειρία προς τη συλλογική μας πραγματικότητα. Εδώ, όπως θα διαπιστώσετε, με απασχολεί ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον άλλον, αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται.

Συνοψίζοντας, θα έλεγα, πως η ποίηση γεννιέται συχνά από τις πιο μικρές, φαινομενικά ασήμαντες στιγμές της ζωής. Από μια εικόνα που μας συγκινεί, ένα άδειο κάθισμα, ένα βλέμμα που αποφεύγει να συναντήσει ένα άλλο, μια σιωπή που κρύβει μέσα της ανείπωτα συναισθήματα. Δεν χρειάζονται απαραίτητα μεγάλα γεγονότα για να γεννηθεί ένας στίχος· αρκεί μια στιγμή. Η ουσία βρίσκεται στο ν’ ανακαλύψεις πίσω από αυτή τη μικρή στιγμή μια ευρύτερη ανθρώπινη αλήθεια, κάτι που ξεπερνά τα όρια της προσωπικής σου εμπειρίας και συναντά το βίωμα των άλλων. Τελικά, η ποίηση έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει το προσωπικό σε συλλογικό και να δίνει φωνή σε όσα, αν και βαθιά ανθρώπινα, συχνά μένουν ανείπωτα.

5. Πώς είναι για εσάς η διαδικασία της γραφής; Έρχεται αυθόρμητα ένα ποίημα ή προηγείται μια μακρά εσωτερική επεξεργασία μέχρι να πάρει την τελική του μορφή;

Θα έλεγα πως η γραφή συνδυάζει την αυθόρμητη αναλαμπή της στιγμής με την εσωτερική επεξεργασία. Κάποιες φορές ένα ποίημα ξεκινά από μια εικόνα, έναν στίχο ή μια φράση, έτσι ξαφνικά. Άλλες φορές προηγείται μια περίοδος σιωπηλής παρατήρησης, κατά την οποία κάτι αναζητά τη μορφή του, χωρίς να είναι ακόμη έτοιμο να ειπωθεί.

Η πρώτη γραφή δεν είναι απαραίτητα και η τελική. Ακολουθεί μια διαδικασία επιστροφής στο κείμενο, όπου αναζητώ την κατάλληλη λέξη, τον ρυθμό, την εικόνα που μπορεί να μεταφέρει το συναίσθημα, χωρίς επεξηγήσεις. Με ενδιαφέρει η οικονομία του λόγου, αλλά όχι εις βάρος της ουσίας. Θέλω κάθε λέξη να έχει λόγο ύπαρξης και κάθε σιωπή ανάμεσα στις λέξεις να αφήνει χώρο σκέψης για τον αναγνώστη.

Όπως θα δείτε, η ίδια η συλλογή κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές ποιητικές μορφές και τόνους: από τον λυρισμό και την εσωτερικότητα μέχρι την ειρωνεία, τον κοινωνικό σχολιασμό και τη μυθολογική αναφορά. Αυτή η ποικιλία επιτρέπει σε κάθε θέμα να βρει το δικό του «μονοπάτι έκφρασης».

Αναλογιζόμενη, τώρα, τη δημιουργική διαδρομή, θα έλεγα πως η πιο απαιτητική της στιγμή, είναι εκείνη κατά την οποία πρέπει να αποδεχθείς πως το ποίημα έχει ολοκληρωθεί. Να καταλάβεις πότε χρειάζεται ακόμη μία λέξη και πότε η αφαίρεσή της είναι πιο εύγλωττη από την παρουσία της. Τελικά, η γραφή είναι μια άσκηση ακρόασης: ν’ ακούσεις τι ζητά το ποίημα, ακόμη κι όταν αυτό σου ζητά να σωπάσεις.

6. Τι θα θέλατε να νιώσει ο αναγνώστης κλείνοντας τη «Φωνήεσσα Σιωπή»; Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να πάρει μαζί του από τις σελίδες της;

Θα ήθελα ο αναγνώστης, μέσα από τις σελίδες της συλλογής, να συναντήσει κάτι από τον δικό του κόσμο, ν’ αναγνωρίσει ίχνη της προσωπικής του διαδρομής και πλευρές του εαυτού του, που ίσως δεν είχε μέχρι τότε τολμήσει να αντικρίσει. Να βρει στους στίχους μια σκέψη που δυσκολευόταν να γίνει λέξη, ένα συναίσθημα που πίστευε πως μόνο εκείνος κουβαλούσε ή μια αλήθεια που απέφευγε να κοιτάξει κατάματα.

Δεν περιμένω όλοι οι αναγνώστες να συγκινηθούν από τα ίδια ποιήματα ή να οδηγηθούν στις ίδιες σκέψεις. Η ποίηση αποκτά μια δεύτερη πνοή όταν συναντά τις εμπειρίες εκείνου που τη διαβάζει. Από εκείνη τη στιγμή, το ποίημα δεν ανήκει πια μόνο σ’ αυτόν που το έγραψε, αλλά και σ’ εκείνον που βρίσκει μέσα του κάτι δικό του.

Αυτό που θα ήθελα, ωστόσο, να μείνει στον αναγνώστη είναι η αίσθηση πως ακόμη και μέσα στην απώλεια, τη ματαίωση ή τη μοναξιά υπάρχει η δυνατότητα μιας εσωτερικής μετατόπισης. Δεν πρόκειται για μια αισιόδοξη ματιά, ούτε για την υπόσχεση πως ο πόνος εξαφανίζεται. Πρόκειται για την πιθανότητα ν’ αλλάξει η σχέση μας μαζί του, να πάψουμε να τον αντιμετωπίζουμε ως το σύνολο της ύπαρξής μας, και να του επιτρέψουμε να γίνει μέρος της ιστορίας μας, και όχι ολόκληρη η ιστορία. Στο ποίημα «Υποσημείωση», αυτή η σκέψη παίρνει τη μορφή μιας αναζήτησης της λύτρωσης, όχι μέσα από τη διαγραφή της λύπης, αλλά μέσα από τη δυνατότητα να την αφουγκραστούμε, να κατανοήσουμε όσα μας αποκαλύπτει, και να βρούμε έναν τρόπο να συνυπάρξουμε μαζί της, χωρίς να χάνουμε το πραγματικό νόημα της ζωής.

Πάνω απ’ όλα, όμως, θα ήθελα η «Φωνήεσσα Σιωπή» να μας υπενθυμίσει την αξία της ουσιαστικής ανθρώπινης επαφής. Ν’ ακούμε πιο προσεκτικά, να κοιτάζουμε βαθύτερα και να μη βιαζόμαστε να προσπεράσουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας ή στους άλλους. Ν’ αναγνωρίζουμε τη σημασία μιας σιωπής, ενός βλέμματος, μιας μικρής χειρονομίας. Γιατί, ακόμη κι όταν οι λέξεις αποδεικνύονται ανεπαρκείς, η ανάγκη μας να επικοινωνούμε και να αισθανόμαστε παραμένει ζωντανή. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο ουσιαστικές υπενθυμίσεις που μπορεί να μας προσφέρει η ποίηση: πως, ακόμη και μέσα στις πιο προσωπικές μας σιωπές, εξακολουθούμε να αναζητούμε ο ένας τον άλλον.

7. Τώρα που η συλλογή σας βρίσκεται στα χέρια των αναγνωστών, ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια; Υπάρχει ήδη κάτι νέο που αρχίζει να γεννιέται;

Η έκδοση ενός βιβλίου δεν σηματοδοτεί μόνο την ολοκλήρωση μιας διαδρομής, αλλά και την αρχή μιας νέας σχέσης, αυτής με τους αναγνώστες. Από τη στιγμή που η «Φωνήεσσα Σιωπή» κυκλοφορεί, παύει να είναι αποκλειστικά ο δικός μου εσωτερικός τόπος και γίνεται ένας τόπος συνάντησης, με ανθρώπους που μπορεί να ταυτιστούν και ν’ αναγνωρίσουν στις σελίδες της δικές τους σκέψεις και εμπειρίες. Αυτή η «συνάντηση» και οι σιωπηλές συνομιλίες που δημιουργεί έχουν και τη μεγαλύτερη σημασία για μένα.

Όσο για τα επόμενα συγγραφικά μου βήματα, θέλω να διατηρήσω ανοιχτή κάθε διαδικασία αναζήτησης. Μ’ ενδιαφέρει να συνεχίσω να παρατηρώ τον άνθρωπο στις αντιφάσεις του, να εξερευνώ τη σχέση του με τον εαυτό του, τους άλλους και την εποχή του, χωρίς να εγκλωβίζομαι σε μία μόνο θεματική ή ποιητική φόρμα.

Δεν θα ήθελα να προαναγγείλω κάτι που χρειάζεται ακόμη τον χρόνο του. Πιστεύω πως κάθε νέο έργο πρέπει να βρει τον δικό του λόγο ύπαρξης και να γεννηθεί όταν θα έχει πραγματικά κάτι να πει. Αυτό που επιθυμώ, σταθερά και διαχρονικά, είναι να εξακολουθήσω να γράφω με ειλικρίνεια, ευαισθησία και ελευθερία, αφήνοντας χώρο τόσο στην προσωπική αναζήτηση, όσο και στην κοινωνική πραγματικότητα.

Ίσως, τελικά, το επόμενο βιβλίο ν’ αρχίζει ήδη να γεννιέται εκεί όπου μια σκέψη επιμένει, μια εικόνα δεν μ’ εγκαταλείπει ή μια σιωπή ζητά να αποκτήσει φωνή. Και όταν έρθει η στιγμή αυτή, να είστε σίγουροι, πως θα ακολουθήσω ξανά το νέο κάλεσμα.

 Η ποιητική συλλογή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Poetry μέλος του Book Media Group


 

Κοινοποιήστε: