Πηνελόπη Πιατουλάκη «Κάποιες αλήθειες περιμένουν χρόνια μέχρι να βρουν τη δύναμη να ειπωθούν»
Το Books 'n more υποδέχεται την Πηνελόπη Πιατουλάκη, μια συγγραφέα που αγαπά να φωτίζει μέσα από τις ιστορίες της τις πιο ευαίσθητες πλευρές των ανθρώπινων σχέσεων: τον έρωτα, την απώλεια, τη μνήμη, τα μυστικά, τη συγχώρεση και τις δεύτερες ευκαιρίες.
Αφορμή για τη σημερινή μας συνάντηση είναι το νέο της αισθηματικό μυθιστόρημα «Μη μου ξυπνάς το παρελθόν», μια ιστορία όπου το παρόν και το παρελθόν συγκρούονται, οι καλά κρυμμένες αλήθειες ζητούν να αποκαλυφθούν και οι ήρωες καλούνται να αναμετρηθούν με όσα προσπάθησαν για χρόνια να αφήσουν πίσω τους.
Μια φωτογραφία μιας γυναίκας με βιολετί μάτια γίνεται η αρχή για να ξετυλιχτεί ένα σκοτεινό νήμα μυστικών, ενοχών και πληγών. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται η Λυδία, μια γυναίκα που προσπαθεί να σταθεί ξανά στα πόδια της, ενώ η επιστροφή του Ιάσονα και η παρουσία του Πάρι την αναγκάζουν να κοιτάξει κατάματα όσα φοβόταν περισσότερο.
Ποια είναι όμως η γυναίκα πίσω από τις ιστορίες;
Γνωρίζοντας την Πηνελόπη Πιατουλάκη
Η Πηνελόπη Πιατουλάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά και σήμερα ζει στον Κόρφο Κορινθίας, όπου αφιερώνεται στη συγγραφή. Παράλληλα, διατηρεί ενεργή παρουσία στον χώρο του βιβλίου ως διαχειρίστρια της βιβλιοφιλικής ομάδας «Βιβλία Αγάπης – Νέκταρ Ζωής».
Η σχέση της με τη γραφή ξεκίνησε από νεαρή ηλικία, μέσα από την ποίηση, το τραγούδι και το διήγημα. Οι λέξεις έγιναν για εκείνη ένας τρόπος να προσεγγίζει τις σιωπές, τις μνήμες και όλα εκείνα που πολλές φορές οι άνθρωποι δυσκολεύονται να εκφράσουν.
Στη συγγραφική της πορεία έχει υπογράψει τα αισθηματικά και κοινωνικά μυθιστορήματα «Όσα δεν μπορούσα να σου πω τη στιγμή που έπρεπε» (2020), «Το τίμημα μιας ερωτικής βραδιάς» (2020), «Έρωτας φωτιά» (2022), «Αγάπα με» (2023), «Αμάρτημα» (2025) και «Μη μου ξυπνάς το παρελθόν» (2026).
Παράλληλα, διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικές λογοτεχνικές εκδόσεις, ενώ το τραγούδι «Έρωτας φωτιά» έχει μελοποιηθεί. Η συγγραφική της παρουσία επεκτείνεται πλέον και εκτός Ελλάδας, με το αγγλόφωνο έργο της «ASIN» να προγραμματίζεται να κυκλοφορήσει μέσω Amazon.
Οι ιστορίες της περιστρέφονται γύρω από τον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις, χωρίς όμως να αποφεύγουν τις σκοτεινότερες πλευρές τους: την προδοσία, την απώλεια, τον φόβο, τις ενοχές και εκείνες τις αλήθειες που μπορεί να παραμένουν κρυμμένες για χρόνια.
Στο νέο της βιβλίο, «Μη μου ξυπνάς το παρελθόν», η Πηνελόπη Πιατουλάκη δημιουργεί έναν κόσμο όπου η βροχή, τα παλιά σπίτια, οι φωτογραφίες και οι σιωπές αποκτούν τη δική τους θέση στην αφήγηση. Μια ιστορία για την αγάπη που μπορεί να πληγώσει, την αλήθεια που μπορεί να λυτρώσει και τις δεύτερες ευκαιρίες που δεν δίνονται πάντα εύκολα.
Και τώρα ήρθε η στιγμή να τη γνωρίσουμε καλύτερα μέσα από 10 ερωτήσεις του Books 'n more.
Καλησπέρα σας και σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση και τη φιλοξενία. Χαίρομαι που μου δίνετε την ευκαιρία να μιλήσω για τη συγγραφική μου διαδρομή και για το νέο βιβλίο μου.
1. Η σχέση σας με τη γραφή ξεκίνησε σε πολύ νεαρή ηλικία, μέσα από την ποίηση, το τραγούδι και το διήγημα. Θυμάστε ποια ήταν η πρώτη στιγμή που αισθανθήκατε ότι η συγγραφή δεν αποτελούσε απλώς μια ανάγκη έκφρασης, αλλά έναν δρόμο που θέλατε πραγματικά να ακολουθήσετε;
Δυστυχώς, και μάλλον αφελώς, πίστευα ότι μόνο όσοι είχαν ολοκληρώσει ανώτερες σπουδές δικαιούνταν να ασχοληθούν με τη συγγραφή. Έτσι, δεν διανοήθηκα ποτέ πως θα μπορούσα να ακολουθήσω το κρυφό μου όνειρο. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισα να γράφω περιστασιακά. Όταν θέλησα να εκτυπώσω δύο βιβλία αποκλειστικά για προσωπική χρήση, έστειλα τα κείμενά μου σε έναν εκδοτικό οίκο και, εντελώς απροσδόκητα, βρέθηκα με δύο συμφωνητικά στα χέρια. Ακόμη και τότε δίστασα να πω το «ναι» και να εκτεθώ δημόσια. Την τελευταία στιγμή, όμως, αναρωτήθηκα: «Τι έχω να χάσω;» Άλλαξα γνώμη και συμφώνησα. Έτσι, το 2020, την περίοδο που η πανδημία του κορωνοϊού άρχιζε να δοκιμάζει τη χώρα μας, κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα τα δύο πρώτα μου βιβλία: «Όσα δεν μπορούσα να σου πω τη στιγμή που έπρεπε» και «Το τίμημα μιας ερωτικής βραδιάς». Εκείνη η απρόσμενη αποδοχή έγινε τελικά η αφετηρία για να πιστέψω περισσότερο στη συγγραφική μου διαδρομή.
2. Τα βιβλία σας περιστρέφονται συχνά γύρω από τον έρωτα, τις απώλειες, τις μνήμες και τις ανθρώπινες σχέσεις. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει περισσότερο στη συναισθηματική πλευρά των ανθρώπων και σας κάνει να επιστρέφετε σε αυτά τα θέματα;
Εκείνο που με γοητεύει περισσότερο είναι η αγάπη, η Αγάπη με κεφαλαίο Α· ένα κυρίαρχο συναίσθημα, γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλα, σαν πολύχρωμο καρουζέλ. Η αγάπη και ο έρωτας είναι οι κινητήριες δυνάμεις της ζωής. Χωρίς αυτά τα δύο συναισθήματα, οι άνθρωποι θα χαμογελούσαν λιγότερο και η καθημερινότητά μας θα στερούνταν νόημα, ζεστασιά και χρώμα. Με συγκινεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι μπορούν να μας λυγίσουν, αλλά και να μας ξανασηκώσουν, να μας μεταμορφώσουν και να μας οδηγήσουν σε βαθύτερη κατανόηση του εαυτού μας και των άλλων.
3. Το «Μη μου ξυπνάς το παρελθόν» είναι, όπως αναφέρετε, ένα βιβλίο που κουβαλούσατε μέσα σας για πολύ καιρό. Ποια ήταν η πρώτη εικόνα ή σκέψη από την οποία γεννήθηκε αυτή η ιστορία; Ήταν η Λυδία, η φωτογραφία με τη γυναίκα που έχει τα βιολετί μάτια ή κάτι εντελώς διαφορετικό;
Συνηθίζω να ξεκινώ πολλές ιστορίες ταυτόχρονα. Στην πορεία, κάποιες αποκτούν προτεραιότητα, ολοκληρώνονται και γίνονται βιβλία, ενώ οι υπόλοιπες περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους. Κάπως έτσι συνέβη και με το «Μη μου ξυπνάς το παρελθόν». Μια πρώτη σκέψη για τη Λυδία και μια συγκλονιστική συνάντηση μέσα σε ένα ασανσέρ αποτέλεσαν την αφετηρία μιας αλυσίδας οδυνηρών αναμνήσεων, στο επίκεντρο των οποίων βρέθηκε η γυναίκα με τα βιολετί μάτια, η μορφή που έφερε την καταστροφή. Έτσι γεννήθηκε ένα βιβλίο για την αληθινή αγάπη, την κακοποίηση, τη συγχώρεση που δύσκολα μπορεί να προσφέρει ένα θύμα και, τελικά, το σύνθετο ερώτημα αν αξίζει να δίνουμε δεύτερες ευκαιρίες. Είναι μια ιστορία για όσα επιμένουν να επιστρέφουν, ακόμη κι όταν πιστεύουμε πως τα έχουμε αφήσει οριστικά πίσω μας.

4. Η Λυδία είναι μια ηρωίδα που βιώνει έντονες εσωτερικές συγκρούσεις και καλείται να αντιμετωπίσει γεγονότα τα οποία πίστευε πως είχε αφήσει πίσω της. Πόσο δύσκολο ήταν για εσάς να μπείτε στην ψυχολογία της και υπάρχει κάποιο στοιχείο του χαρακτήρα της που αγαπήσατε ιδιαίτερα;
Είναι ακριβώς όπως το περιγράφετε. Η ηρωίδα μου είναι μια ευαίσθητη κοπέλα, ψυχικά τραυματισμένη και βαθιά πληγωμένη, η οποία πασχίζει να ξαναχτίσει τη ζωή της από την αρχή. Μετά από όσα έχει υποστεί, αυτό μοιάζει σχεδόν ακατόρθωτο. Κι όταν τελικά καταφέρνει να απωθήσει όσα συνέβησαν στο πίσω μέρος του μυαλού της, η παρουσία του Ιάσονα Δανέζη ανατρέπει τις εύθραυστες ισορροπίες της. Συνειδητοποιεί πως ο νους μπορεί να προσποιείται ότι ξεχνά, όμως η καρδιά που έχει ματώσει χρειάζεται χρόνο για να επουλώσει τις πληγές της. Ως γυναίκα που αντιμάχεται κάθε μορφή βίας, δεν δυσκολεύτηκα να προσεγγίσω την ψυχολογία της Λυδίας. Εκείνο που θαύμασα και αγάπησα περισσότερο ήταν η ανθεκτικότητά της απέναντι σε όλα τα δεινά που τη βρήκαν, καθώς και το θάρρος της: όταν αντιλήφθηκε τι θα την έκανε πραγματικά ευτυχισμένη, δεν δίστασε να ακολουθήσει τον δρόμο της καρδιάς της.
5. Ανάμεσα στον Ιάσονα, ο οποίος συνδέεται με τις πληγές του παρελθόντος, και στον Πάρι, που προσπαθεί να αποτελέσει το στήριγμα του παρόντος, δημιουργείται μια έντονη συναισθηματική σύγκρουση. Πώς καταφέρνετε, ως συγγραφέας, να διατηρείτε την ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη, στην ενοχή, στον θυμό και στη συγχώρεση, χωρίς οι ήρωές σας να γίνονται απόλυτα «καλοί» ή «κακοί»;
Δεν γνωρίζω ακριβώς πώς προκύπτει αυτό. Σε κανένα βιβλίο μου, ακόμη κι όταν υπάρχει έντονη σύγκρουση, δεν εμφανίζεται ένας απόλυτα κακός χαρακτήρας. Οι δύο άνδρες διαθέτουν ακεραιότητα· ίσως γι’ αυτό η επιλογή ανάμεσά τους γίνεται τόσο δύσκολη και η τελική έκβαση δεν είναι αυτονόητη. Πιστεύω πως οι άνθρωποι σπάνια είναι αποκλειστικά καλοί ή κακοί· συνήθως κουβαλούν πληγές, φόβους και αντιφάσεις. Επειδή κι εγώ προσπαθώ να βρίσκω ελαφρυντικά στους άλλους και να εξετάζω όσα κρύβονται πίσω από τη συμπεριφορά τους, αυτή η στάση περνά αναπόφευκτα και στους ήρωές μου.
6. Στο μυθιστόρημα, η φωτογραφία της άγνωστης γυναίκας λειτουργεί σχεδόν σαν ένας ακόμη χαρακτήρας. Τι συμβολίζει για εσάς αυτή η φωτογραφία και, γενικότερα, πόσο σημαντικά είναι τα αντικείμενα, οι εικόνες και οι χώροι στη δημιουργία της ατμόσφαιρας ενός βιβλίου;
Η ατμόσφαιρα ενός χώρου, τα αντικείμενα, η συνολική εικόνα, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ηρώων είναι ουσιώδη στοιχεία μιας αφήγησης. Μέσα από αυτά, οι αναγνώστες μπορούν να μεταφερθούν νοερά στον κόσμο του βιβλίου, να αισθανθούν ότι συμμετέχουν στην ιστορία και να βιώσουν ένα πλήθος έντονων, ακόμη και αντιφατικών συναισθημάτων. Όσο για τη φωτογραφία της γυναίκας με τα βιολετί μάτια, αποτελεί τον βασικό μηχανισμό που ενεργοποιεί τις αλλεπάλληλες εκρήξεις: ανασύρει κρυμμένες αλήθειες, προκαλεί τον επώδυνο χωρισμό και οδηγεί τη Λυδία στα όριά της. Δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο, αλλά ένα σύμβολο του παρελθόντος που αρνείται να μείνει σιωπηλό.
7. Το βιβλίο αγγίζει επίσης δύσκολα κοινωνικά ζητήματα, καθώς η πορεία της Λυδίας συνδέεται με Κέντρα Φιλοξενίας Κακοποιημένων Γυναικών. Πόσο σημαντικό θεωρείτε τον ρόλο της λογοτεχνίας όχι μόνο στο να συγκινεί τον αναγνώστη, αλλά και στο να φωτίζει υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα;
Η βία αποτελεί, δυστυχώς, ένα οδυνηρό καθημερινό φαινόμενο που συναντάμε παντού, ενώ οι γυναικοκτονίες παρουσιάζουν τρομακτική έξαρση. Πιστεύω πως αυτά τα ζητήματα πρέπει να συζητούνται ανοιχτά, με ειλικρίνεια και χωρίς καμία ανοχή ή προσπάθεια ωραιοποίησης. Η λογοτεχνία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τους θεσμούς ή τη συλλογική δράση, μπορεί όμως να δώσει φωνή σε όσους δυσκολεύονται να μιλήσουν, να καλλιεργήσει ενσυναίσθηση και να μας φέρει αντιμέτωπους με πραγματικότητες που συχνά επιλέγουμε να αγνοούμε. Κάθε μορφή βίας οφείλει να καταδικάζεται απερίφραστα από ολόκληρη την κοινωνία.
8. Έχετε ήδη μια σημαντική συγγραφική διαδρομή, με αρκετά μυθιστορήματα και συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις. Όταν επιστρέφετε σήμερα στο πρώτο σας βιβλίο και συγκρίνετε εκείνη τη συγγραφέα με τη σημερινή Πηνελόπη Πιατουλάκη, ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη αλλαγή στη γραφή σας;
Τα δύο πρώτα βιβλία μου, τα οποία δεν είχαν γραφτεί με σκοπό να εκδοθούν, ήταν ιδιαίτερα εκτενή, περίπου 850 σελίδες το καθένα. Η σημαντικότερη αλλαγή, λοιπόν, είναι ότι έμαθα να συμπυκνώνω πολύ περισσότερο τη γραφή μου και να περιορίζω τον λόγο μου. Η διαδικασία αυτή εξακολουθεί να με δυσκολεύει, γιατί όταν γράφω λειτουργώ σαν χείμαρρος και αφήνομαι ολοκληρωτικά στην ιστορία. Λένε πως καλός συγγραφέας είναι εκείνος που γράφει λίγα και διαγράφει πολλά. Εμένα, όμως, με πονά να αποχωρίζομαι όσα έχω γράψει, επειδή εξακολουθούν να με εκφράζουν και να αποτελούν κομμάτι της δημιουργικής μου διαδρομής. Κατά τα άλλα, το κέντρο μου παραμένει ίδιο: ακολουθώ την έμπνευση, το ένστικτο και τις ευαισθησίες μου, προσπαθώντας κάθε φορά να υπηρετώ την ιστορία με μεγαλύτερη ωριμότητα και μέτρο.
9. Παράλληλα με τη συγγραφή, βρίσκεστε πολύ κοντά στους αναγνώστες μέσα από τη βιβλιοφιλική ομάδα «Βιβλία Αγάπης – Νέκταρ Ζωής». Τι σας έχει διδάξει αυτή η καθημερινή επαφή με τους ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο και πόσο επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεστε πλέον τον ρόλο του συγγραφέα;
Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο να διαπιστώνω ότι υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν ουσιαστικά το βιβλίο. Με λυπεί, ωστόσο, το γεγονός ότι για μεγάλο μέρος του κοινού η αγορά ενός βιβλίου δεν αποτελεί πρωταρχική ανάγκη. Η καθημερινότητα είναι δύσκολη, οι οικονομικές προτεραιότητες πιεστικές και αρκετοί αντιμετωπίζουν αυτή τη δαπάνη ως περιττή, ιδίως όταν τα μέσα ενημέρωσης και το διαδίκτυο απορροφούν μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους. Δεν θα έλεγα, όμως, ότι αυτή η καθημερινή επαφή έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τη συγγραφή, ίσως επειδή δεν την αντιλαμβάνομαι ως ρόλο ή τίτλο, αλλά ως εσωτερική ανάγκη που με ωθεί να δημιουργώ και με γεμίζει πλούσια συναισθήματα. Οι μοναχικές ώρες της γραφής είναι για μένα πολύτιμες: μεταφέρομαι σε μια άλλη διάσταση και ζω πολλές διαφορετικές ζωές μέσα από τους ήρωές μου.
10. Αν μπορούσατε να αφήσετε στους αναγνώστες του «Μη μου ξυπνάς το παρελθόν» μία μόνο σκέψη, όταν κλείσουν την τελευταία σελίδα, ποια θα θέλατε να είναι αυτή; Και τελικά, πιστεύετε ότι μπορούμε πραγματικά να αφήσουμε πίσω μας το παρελθόν ή πρέπει πρώτα να συμφιλιωθούμε μαζί του;
Πιστεύω πως, για να προχωρήσουμε, οφείλουμε πρώτα να συμφιλιωθούμε με το παρελθόν μας. Όχι για να δικαιολογήσουμε όσα μας πλήγωσαν ή να τα ξεχάσουμε, αλλά για να πάψουμε να διαιωνίζουμε μια πίκρα που, στην ουσία, πληγώνει κυρίως εμάς και μας εμποδίζει να χαράξουμε νέους δρόμους. Αν ήθελα να κρατήσουν οι αναγνώστες μία σκέψη κλείνοντας το βιβλίο, θα ήταν να ακούν πάντοτε το ένστικτο και τη βαθύτερη φωνή της ψυχής τους, χωρίς να παραβλέπουν κανένα από τα δύο ή να τα παίρνουν αψήφιστα. Γιατί, όταν πρόκειται για ζητήματα καρδιάς, η ψυχή γνωρίζει συχνά πριν από τη λογική ποια αλήθεια έχει για εμάς τη μεγαλύτερη σημασία.
Σας ευχαριστώ και πάλι για την όμορφη φιλοξενία και για την ευκαιρία αυτής της συζήτησης.
«Μη μου ξυπνάς το παρελθόν»
Μια φωτογραφία.
Μια γυναίκα με βιολετί μάτια.
Μυστικά που έμειναν θαμμένα για χρόνια.
Ένας έρωτας που πλήγωσε.
Και μια γυναίκα που πρέπει να αποφασίσει αν θα επιτρέψει στο παρελθόν να καθορίσει το μέλλον της.
Το «Μη μου ξυπνάς το παρελθόν» είναι μια ιστορία για τις πληγές που επιμένουν, τις αλήθειες που αργούν να αποκαλυφθούν και τις δεύτερες ευκαιρίες που απαιτούν πρώτα απ’ όλα δύναμη.
Η Πηνελόπη Πιατουλάκη μιλά στο Books 'n more για τη συγγραφή, τους ήρωές της, τις ιστορίες που γεννιούνται μέσα από τη σιωπή και όλα όσα κρύβονται πίσω από το νέο της μυθιστόρημα.




