Χρόνια πολλά, Νεφέλη! Κάντε λίγο χώρο να περάσει το πατίνι.
Η Νεφέλη μού ανακοίνωσε ότι ήθελε πάρτι γενεθλίων την ώρα που καθάριζα πατάτες, ταυτόχονα απαντούσα σε μήνυμα της δουλειάς και προσπαθούσα να θυμηθώ γιατί είχα βάλει το ασύρματο τηλέφωνο στο ντουλάπι με τα ποτήρια.
— Μαμά, φέτος θέλω κάτι απλό.
Σταμάτησα το μαχαίρι στον αέρα.
— Πόσο απλό;
— Λίγους φίλους.
— Πόσους;
— Οχτώ.
— Ωραία.
— Και τα ξαδέρφια.
— Λιγότερο ωραία.
— Και τους νονούς, εννοείται.
— Το «εννοείται» πόσα άτομα πιάνει;
— Μαμά, γενέθλια έχω.
— Κι εγώ πίεση, αλλά δεν σας καλώ όλους.
Κάθισε στο σκαμπό και πήρε μια φέτα αγγούρι.
— Δεν θέλω τίποτα φοβερό. Μουσική, πίτσες, τούρτα. Και χωρίς παιδικά πράγματα.
— Να κρύψω τα αδέρφια σου;
— Αν γίνεται.
Από κάτω από το τραπέζι ακούστηκε ο Μάριος:
— Είμαι εδώ.
Έσκυψα.
Ο τρίχρονος γιος μου είχε παρκάρει πέντε αυτοκινητάκια γύρω από το πόδι της καρέκλας και κρατούσε ένα έκτο πάνω στο γόνατό του.
— Τι κάνεις εκεί, αγάπη μου;
— Γκαλάζ.
— Και γιατί πάνω στο πόδι μου;
— Δεν έχει θέθη.
Η Νεφέλη τον κοίταξε.
— Αυτό εννοώ.
— Αγάπη μου, το σπίτι περιλαμβάνει τρία αδέρφια. Δεν χρεώνονται έξτρα, αλλά δεν αφαιρούνται κιόλας.
— Και κάτι άλλο.
Πήρα ανάσα.
— Ακούω.
— Πες στον μπαμπά να μη χορέψει.
Κοίταξα προς το σαλόνι.
Ο Δημήτρης καθόταν με το λάπτοπ στα γόνατα και κουνούσε ρυθμικά το πόδι του.
— Θα προσπαθήσω. Δεν υπόσχομαι ότι μπορώ να προστατεύσω ταυτόχρονα και το χαλί και την αξιοπρέπειά μας.
Ο Δημήτρης αποφάσισε να αναλάβει τις προσκλήσεις.
— Μην τα κάνεις όλα μόνη σου, μου είπε.
Τον κοίταξα τρυφερά.
Η τρυφερότητα κράτησε μέχρι να δω το μήνυμα στην οικογενειακή ομάδα.
«Το Σάββατο, από τις έξι, σας περιμένουμε όλους για τα γενέθλια της Νεφέλης! Φέρτε παιδιά, καλή διάθεση και όποιον αγαπάτε!».
Πήγα στο σαλόνι.
— Δημήτρη.
— Ναι;
— Το «όποιον αγαπάτε» γιατί το έβαλες;
— Για πλάκα.
Το κινητό μου δονήθηκε.
Ο ξάδερφός του ο Σάκης.
«Τέλεια! Έχω και τον κουμπάρο από Πάτρα. Θα τον φέρω».
Του έδειξα την οθόνη.
— Η πλάκα σου έρχεται με αυτοκίνητο.
— Έλα, μωρέ. Ένας άνθρωπος παραπάνω.
— Αυτή τη φράση τη λέτε όλοι χωριστά και μετά δεν κλείνει η μπαλκονόπορτα.
Πριν απαντήσει, εμφανίστηκε μήνυμα από την πεθερά μου.
«Τι θα φτιάξετε;».
Έγραψα: «Πίτσες, λίγα σνακ και τούρτα».
Απάντησε αμέσως.
«Δηλαδή τι φαγητό;»
Άφησα το κινητό ανάποδα.
— Η μητέρα σου θα φέρει ταψί.
— Πού το ξέρεις;
— Με αμφισβήτησε διατροφικά. Είναι καθ’ οδόν η τυρόπιτα.
Το Σάββατο ξύπνησα με μια ρόδα στο μάγουλο.
Μικρή. Από αυτοκινητάκι.
Ο Μάριος στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι μου και οδηγούσε ένα κόκκινο αγωνιστικό πάνω στο μαξιλάρι.
— Μαμά, θήκω.
— Γιατί;
— Έχει κίνηθη.
Κοίταξα το ρολόι. Επτά και δώδεκα.
Ο Δημήτρης γύρισε από την άλλη.
— Πες του να παίξει λίγο.
— Παίζει. Στη λεωφόρο του προσώπου μου.
Ο Μάριος ακούμπησε το αυτοκινητάκι στη μύτη μου.
— Κόκκινο.
— Το βλέπω.
— Πελίμενε.
Περίμενα.
Τριών χρονών άνθρωπος μού ρύθμιζε ήδη την κυκλοφορία.
Μέχρι τις δέκα είχα βάλει δύο πλυντήρια, είχα αλλάξει τραπεζομάντιλο και είχα μεταφέρει τα εύθραυστα τόσο ψηλά, που για να ξαναπιούμε κρασί θα χρειαζόμασταν σκάλα.
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο στεκόταν στη γωνία, αναμμένο.
Ναι. Ακόμα αρχές Νοεμβρίου.
Το είχαμε στολίσει από τον Οκτώβριο, ύστερα από οικογενειακή διαπραγμάτευση στην οποία εγώ είχα χάσει με πέντε ψήφους έναντι μίας.
Ο Πέτρος, ο γιος μου, πέρασε δίπλα μου φορώντας ακουστικά.
— Πέτρο, μάζεψε τα παπούτσια σου.
— Δεν ακούω!
— Το ξέρω. Γι’ αυτό σου μιλάω από τον Σεπτέμβριο.
Η Άννα, η μικρότερη κόρη μου, έφτιαχνε καρτελάκια με τα ονόματα των καλεσμένων.
— Γιατί; τη ρώτησα.
— Για τις θέσεις.
— Ποιες θέσεις;
Μου έδειξε τον καναπέ.
Είχε γράψει «Νονά», «Γιαγιά», «Παππούς» και, στη μέση, «Μαμά».
Συγκινήθηκα.
— Μου κράτησες θέση;
— Ναι. Για να ακουμπάνε εκεί τα δώρα μέχρι να έρθεις.
Μάλιστα.
Στο σπίτι μας ακόμα και η απουσία μου είχε αποθηκευτική χρήση.
Η πεθερά μου ήρθε στις έντεκα.
Η γιαγιά Άννα.
Με δύο ταψιά και τον πεθερό μου, τον παππού Πέτρο, φορτωμένο σακούλες.
— Ήρθαμε νωρίς να βοηθήσουμε.
— Καλώς ήρθατε.
Μπήκε, σταμάτησε και κοίταξε το δέντρο.
Από κάτω προς τα πάνω.
Από πάνω προς τα κάτω.
Έγειρε το κεφάλι.
— Αυτή η μπάλα γιατί είναι τόσο χαμηλά;
— Την έβαλε ο Μάριος.
— Θα τη βγάλει.
— Την έχει ήδη βγάλει τέσσερις φορές. Τώρα απλώς συγκατοικούν.
Πλησίασε ένα κλαδί.
— Και τις κόκκινες όλες μαζί;
— Είναι οικογένεια, λέει η μικρή Άννα.
Η πεθερά μου μετακίνησε μία.
Η μικρή Άννα εμφανίστηκε αμέσως.
— Γιαγιάααα! Αυτή είναι η μαμά τους!
Η γιαγιά την ξανάβαλε στη θέση της.
— Καλά, παιδί μου. Μην αναστατώσουμε την οικογένεια.
Ο παππούς Πέτρος μού έκλεισε το μάτι.
— Πού να βάλω αυτά;
— Στην κουζίνα, μπαμπά.
Έκανε δύο βήματα και κάτι κύλησε κάτω από το παπούτσι του.
Έμεινε ακίνητος.
Κοιτάξαμε όλοι κάτω.
Ένα κίτρινο αυτοκινητάκι.
Ο Μάριος έτρεξε κοντά.
— Παππού! Το πάτηθεθ!
— Δεν το είδα, αγόρι μου.
Το σήκωσε, έλεγξε τις ρόδες και του το έδωσε.
— Μια χαρά είναι.
Ο μικρός τον κοίταξε αυστηρά.
— Να κοιτάθ.
— Έχει δίκιο, είπα. Υπάρχει σήμανση στο πρόσωπό μου από το πρωί.
Η μητέρα μου έφτασε μισή ώρα αργότερα.
Μπήκε με ένα ταψί, φίλησε τα παιδιά και είδε το δέντρο.
— Καλά, στολίσατε από τώρα;
— Όχι, μαμά. Από τον Οκτώβριο.
Με κοίταξε.
— Και γιατί;
Έδειξα το σαλόνι.
— Ρώτα το σωματείο.
Ο Δημήτρης σήκωσε το χέρι από τον καναπέ.
— Εγώ είπα να χαρούν τα παιδιά.
— Χάρηκαν, του είπα. Εγώ βγάζω ακόμα βελόνες από τις παντόφλες μου.
Η μητέρα μου πλησίασε το δέντρο.
— Ωραίο είναι πάντως.
Η πεθερά μου γύρισε αμέσως.
— Εγώ θα το είχα λίγο πιο δίπλα.
Τις κοίταξα.
— Αν αρχίσουμε τώρα να μεταφέρουμε δέντρο, το πάρτι θα γίνει στο κλιμακοστάσιο.
Ο πατέρας μου, που μόλις είχε μπει, άφησε το μπουφάν.
— Να το πιάσουμε δυο άντρες…
— Όχι, μπαμπά.
— Μισό μέτρο…
— Ούτε πόντο.
Ο παππούς Πέτρος κάθισε δίπλα στον Μάριο στο χαλί.
Εκείνος του έδωσε ένα μπλε αυτοκινητάκι.
— Εθύ αυτό.
— Πού πάω;
— Θε δουλειά.
— Μόλις βγήκα στη σύνταξη, βρε Μάριε.
— Πάλι.
Ο παππούς αναστέναξε.
— Καλά άρχισε η μέρα.
Στη μία, η Νεφέλη βγήκε από το δωμάτιό της με το κινητό στο χέρι.
— Μαμά, τι τούρτα πήρατε;
— Αυτή που διάλεξες.
— Με τη φράουλα;
— Με τη φράουλα.
— Και θα γράφει μόνο «Χρόνια πολλά, Νεφέλη»;
— Ναι.
— Όχι «πριγκίπισσά μας», έτσι;
Από την κουζίνα ακούστηκε η γιαγιά Άννα:
— Γιατί; Πριγκίπισσα δεν είσαι;
Η Νεφέλη έκλεισε τα μάτια.
— Γιαγιά, σε παρακαλώ.
— Καλά. Βασίλισσα.
Της έδωσα ένα μπολ.
— Μαμά, μπορείς να μου βάλεις εδώ τα πατατάκια;
— Από τώρα; Θα μαλακώσουν.
— Σωστά. Φύλαξέ τα.
Πήγε στο ντουλάπι.
Η Νεφέλη με κοίταξε ευγνώμων.
Στο μεταξύ, ο Δημήτρης ετοιμαζόταν να πάρει την τούρτα.
— Θέλουμε τίποτε άλλο;
Του έδωσα τη λίστα.
— Πάγο, αναψυκτικά και χαρτοπετσέτες.
— Χαρτοπετσέτες έχουμε.
— Αυτές είναι χριστουγεννιάτικες.
— Ε, αφού έχουμε και δέντρο.
Η Νεφέλη γύρισε αργά προς το μέρος του.
Πήρε τα κλειδιά.
— Θα πάρω χαρτοπετσέτες.
Στις τέσσερις χτύπησε το κουδούνι.
Ήταν η αδερφή του Δημήτρη, η Βάσω, με τα ξαδέρφια.
Και ένα πατίνι.
Το είδα από την πόρτα.
Μεγάλη ρόδα μπροστά. Μικρή πίσω. Τιμόνι που γυάλιζε.
— Αυτό γιατί ήρθε;
— Δεν το άφηνε ο μικρός, μου είπε η Βάσω.
Ο μικρός ήταν ο Φίλιππος, πέντε χρονών και απολύτως βέβαιος ότι οι επιθυμίες του αποτελούσαν συλλογική υποχρέωση.
— Θα το παρκάρουμε στο μπαλκόνι, είπα.
— Θα κάνω μόνο μία βόλτα, είπε εκείνος.
— Όχι μέσα.
— Μικρή.
— Όχι.
— Ως εκεί.
Έδειξε τον καναπέ.
Ο Δημήτρης εμφανίστηκε πίσω μου.
— Έλα, μωρέ, μία γύρα.
Γύρισα.
— Δημήτρη, το σαλόνι δεν είναι πλατεία.
— Θα τον προσέχω.
Ο Φίλιππος είχε ήδη φύγει.
Πέρασε μπροστά από την τραπεζαρία, έστριψε δίπλα στον καναπέ και σταμάτησε ένα εκατοστό από τη γλάστρα.
Όλοι κρατήσαμε την ανάσα μας.
Εκείνος χαμογέλασε.
— Είδες;
— Είδα, του είπα. Τώρα πάρκαρε.
Ο Μάριος είχε σηκωθεί όρθιος στο χαλί.
— Θέλω κι εγώ.
— Εσύ παίζεις με τα αυτοκινητάκια.
— Τελείωθα.
— Ξεκίνα καινούρια βάρδια.
Στις έξι άρχισαν να έρχονται οι συμμαθητές της Νεφέλης.
Εκείνη στεκόταν στην πόρτα όμορφη, λίγο αγχωμένη, με τα μαλλιά φτιαγμένα και το χαμόγελο που κρατούσε για τους φίλους της.
— Καλησπέρα σας.
— Καλώς τα παιδιά. Περάστε.
Η πρώτη φίλη κοίταξε το δέντρο.
— Α, στολίσατε!
— Ναι, είπε η Νεφέλη. Μας πρόλαβε ο Οκτώβριος.
Μου έριξε μια ματιά.
Χαμογέλασα.
Καλό. Το είχε από μένα.
Ο Δημήτρης άπλωσε το χέρι σε ένα αγόρι.
— Τι κάνουμε, νεολαία;
Πήγα δίπλα του.
— Έλα λίγο.
— Τι;
— Βοήθησέ με με τα ποτήρια.
— Τα έβαλα.
— Ξαναμέτρησέ τα.
Κατάλαβε και αποχώρησε.
Η Νεφέλη ψιθύρισε:
— Ευχαριστώ.
— Για το παιδί μου κάνω τα πάντα.
Η νονά Ράνια ήρθε με ένα μεγάλο κουτί.
Ο νονός Κώστας με ένα μικρότερο.
— Χρόνια πολλά, κορίτσι μας!
Η Νεφέλη άνοιξε το μεγάλο.
Ακουστικά.
Άνοιξε το μικρό.
Ακουστικά.
Ίδια.
Η Ράνια γύρισε προς τον άντρα της.
— Σου είπα ότι τα πήρα.
— Νόμιζα ότι με ρώτησες αν τα πήρα.
— Και δεν απάντησες;
— Είπα «ωραία».
— Αυτό δεν είναι απάντηση.
— Στον γάμο μας είναι η συνηθέστερη.
Η Νεφέλη γελούσε.
— Θα αλλάξουμε το ένα. Μην ανησυχείτε.
Ο Πέτρος, ο γιος μου, πλησίασε.
— Ή μπορείτε να το δώσετε σε μένα.
Τον κοίταξα.
— Εσύ γιατί;
— Για να μη σας ταλαιπωρώ με αλλαγές.
— Πολύ σε ευχαριστούμε για τη θυσία.
Στις έξι και μισή τα μικρά είχαν ανακαλύψει ότι κάτω από το δέντρο υπήρχε χώρος.
Ο Μάριος μπήκε πρώτος.
Ακολούθησε ο Φίλιππος.
Μετά η μικρή ξαδέρφη τους, η Δάφνη.
Έστρωσαν ένα μαξιλάρι, τράβηξαν μια κουβέρτα και άρχισαν να περνούν αυτοκινητάκια ανάμεσα στα πόδια της βάσης.
Ο παππούς Πέτρος κάθισε κοντά τους.
— Τι φτιάχνετε εδώ;
— Θπίτι, είπε ο Μάριος.
— Και τα αυτοκίνητα;
— Έχει πιλοτή.
Η γιαγιά Άννα πλησίασε.
Στάθηκε και κοίταξε το δέντρο.
Στο χαμηλό κλαδί κρεμόταν πλέον ένα μπλε αυτοκινητάκι από μια κορδέλα.
— Αυτό ποιος το έβαλε;
Ο Μάριος σήκωσε το χέρι.
— Εγώ.
— Δεν είναι στολίδι, αγόρι μου.
— Τώλα είναι.
Ο παππούς Πέτρος έσκυψε για να μη φανεί ότι γελούσε.
Η γιαγιά μετακίνησε μια μπάλα πιο ψηλά.
Η Δάφνη την έπιασε από την άλλη πλευρά.
Η μικρή Άννα έτρεξε.
— Μην τις αλλάζετε! Είναι οικογένεια!
— Εγώ θέλω τη γυαλιστερή, είπε ο Φίλιππος.
— Αυτή είναι ο μπαμπάς!
Ο Μάριος άρπαξε μια μικρή χρυσή.
— Εγώ το μωλό.
— Ποιο μωρό; ρώτησε η γιαγιά.
Της την έδειξε.
— Αυτό. Να κοιμηθεί.
Την τύλιξε στην κουβέρτα και την έβαλε δίπλα στο κόκκινο αγωνιστικό.
Η πεθερά μου με κοίταξε.
— Θα τα αφήσεις έτσι;
— Μαμά, αυτή τη στιγμή έχουμε μωρό που κοιμάται, πατέρα κρεμασμένο σε κλαδί και γκαράζ στην πιλοτή. Αν παρέμβω, θα χρειαστεί συμβολαιογράφος.
Οι πίτσες ήρθαν στις εφτά.
Δώδεκα κουτιά.
Ο Δημήτρης τις ακούμπησε στον πάγκο με το ύφος ανθρώπου που είχε εξασφαλίσει τον επισιτισμό της χώρας.
Άνοιξα την πρώτη.
Ζαμπόν και μπέικον.
Τη δεύτερη.
Λουκάνικο.
— Οι δύο μαργαρίτες πού είναι;
— Κάπου μέσα.
Άνοιξα κι άλλες.
Ο άντρας μου κοίταξε την απόδειξη.
— Α.
Αυτό το «α» θα έπρεπε να μου δίνει επίδομα.
— Τι έγινε;
— Τις έβαλαν όλες σπέσιαλ.
— Τι παρήγγειλες;
— Είπα «όλες όπως η μεγάλη».
— Και η μεγάλη τι ήταν;
— Σπέσιαλ.
Έκλεισα για λίγο τα μάτια.
Η γιαγιά Άννα έβαλε τα χέρια στη μέση.
— Γι’ αυτό έκανα τυρόπιτα.
Η μητέρα μου εμφανίστηκε δίπλα της.
— Κι εγώ.
Για πρώτη φορά, τα δύο ταψιά ενώθηκαν απέναντι σε κοινό εχθρό.
— Ωραία, είπα. Δώστε στα παιδιά μέχρι να φτιάξω κάτι.
Έβγαλα αραβικές πίτες, τυρί και ντομάτα.
Η μητέρα μου άνοιξε τον φούρνο.
Η πεθερά μου έκοψε τις πίτες.
Εγώ άλειφα και μοίραζα υλικά.
Ο Δημήτρης πήρε την πιτσαρία.
Σε δέκα λεπτά είχαμε μικρές σπιτικές πίτσες.
Η φίλη της Νεφέλης, η Ελένη, δάγκωσε μία.
— Κυρία, αυτές είναι καλύτερες.
Την κοίταξα τρυφερά.
— Να έρχεσαι, παιδί μου. Έχεις σωστή κρίση.
Επέστρεψα στο σαλόνι με μια κανάτα νερό.
Ο Φίλιππος πέρασε μπροστά μου με το πατίνι.
Ο Δημήτρης πίσω του.
— Σιγά!
— Γιατί είναι ακόμα μέσα; ρώτησα.
— Τώρα το πήγαινε στο μπαλκόνι.
Το πατίνι έκανε κύκλο γύρω από την πολυθρόνα.
— Με ανταπόκριση;
Ο Φίλιππος φρέναρε.
Ο Μάριος, γονατιστός στο πάτωμα, σήκωσε ένα χέρι.
— Θτοπ! Έχει μωλό!
Η χρυσή μπάλα ήταν στη μέση της διαδρομής.
Άφησα την κανάτα, έπιασα το τιμόνι και το ακινητοποίησα.
— Τέλος οι διαδρομές.
— Μα θεία…
— Το πάρτι περιλαμβάνει πίτσα και τούρτα. Όχι τροχαία.
Το έβγαλα στο μπαλκόνι και έκλεισα την πόρτα.
Ο Δημήτρης χαμογέλασε αμήχανα.
— Υπερβάλλεις λίγο.
Τον κοίταξα.
— Κράτα αυτό που είπες. Θα το συζητήσουμε όταν δεν κρατάω κανάτα.
Στο τραπεζάκι, η γιαγιά Άννα είχε καθίσει δίπλα σε έναν συμμαθητή της Νεφέλης.
— Πώς σε λένε, αγόρι μου;
— Άρη.
— Και τι θες να γίνεις;
— Δεν ξέρω ακόμα.
— Στο σχολείο πώς πας;
Το βλέμμα της Νεφέλης με βρήκε μέσα στο πλήθος.
Σήμα κινδύνου.
Πήγα κοντά τους.
— Μαμά, έλα λίγο.
— Τι έγινε;
— Δεν βρίσκω το καλό μαχαίρι.
— Πού το έβαλες;
— Αν το ήξερα, θα το έβρισκα.
Σηκώθηκε.
Ο Άρης ήπιε μια μεγάλη γουλιά αναψυκτικό.
Η Νεφέλη μού ψιθύρισε:
— Σώζεις ζωές.
— Από το πρωί.
Λίγο αργότερα η μουσική σταμάτησε.
Ο Πέτρος είχε συνδέσει λάθος κινητό στο ηχείο.
Ακούστηκε το φωνητικό της αδερφής μου:
— Έρχομαι! Έχεις ακόμα νευρικό σύστημα ή να σου φέρω ένα;
Το σαλόνι γέλασε.
Ο Δημήτρης με κοίταξε.
— Να της απαντήσω;
— Πες της να κρατήσει την απόδειξη. Μπορεί να θέλω αλλαγή.
Η Νεφέλη γελούσε μαζί με τους φίλους της.
Έστω. Είχαμε βρει ψυχαγωγία χωρίς επιπλέον κόστος.
Στις οχτώ παρά δέκα ο Μάριος ήρθε στην κουζίνα.
Είχε κρέμα στο μάγουλο.
Στάθηκα ακίνητη.
Εκείνος επίσης.
Κοιταχτήκαμε.
— Μάριε.
— Ναι.
— Τι έφαγες;
— Τίποτα.
Έδειξα το μάγουλό του.
Το σκούπισε με την παλάμη.
Έγλειψε την παλάμη.
Το στοιχείο εξαφανίστηκε.
— Πού είναι η Άννα;
Έδειξε προς το ψυγείο.
Η μικρή μου κόρη στεκόταν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα.
Το κουτί της τούρτας ήταν τραβηγμένο προς τα έξω.
— Μαμά, να σου εξηγήσω.
— Θα ήθελα πολύ.
— Ο Μάριος ήθελε να δει το όνομα.
— Με τη γλώσσα;
— Εγώ το άνοιξα μόνο.
Ο μικρός έγνεψε.
— Εγώ δοκίμαθα.
Κοίταξα την τούρτα.
Έλειπε κρέμα από το πλαϊνό και μια φράουλα είχε αποκτήσει δαγκωματιά.
Πριν μιλήσω, εμφανίστηκε η Νεφέλη.
Το χαμόγελό της έσβησε.
— Όχι, ρε παιδιά.
Η Άννα χαμήλωσε το βλέμμα της.
— Συγγνώμη.
Ο Μάριος της έδειξε τη φράουλα.
— Έχει κι άλλη.
Η Νεφέλη γύρισε και πήγε στο δωμάτιό της.
Άφησα την τούρτα μέσα, έκλεισα το ψυγείο και κοίταξα τον Δημήτρη, που είχε έρθει στην πόρτα.
— Τα μικρά.
Τα πήρε κοντά του αμέσως.
Αυτή τη φορά χωρίς «έλα, μωρέ».
Τη βρήκα στην άκρη του κρεβατιού της.
Κάθισα δίπλα της.
— Δεν είναι μόνο η τούρτα, μου είπε.
— Το ξέρω.
— Όλο κάτι γίνεται. Το πατίνι. Οι γιαγιάδες. Τα μικρά κάτω από το δέντρο. Η γιαγιά ρωτούσε τον Άρη αν διαβάζει.
— Το πρόλαβα πριν φτάσουν στο επαγγελματικό του μέλλον.
Χαμογέλασε λίγο.
Μετά κοίταξε τα χέρια της.
— Ήθελα να είναι τα δικά μου γενέθλια.
Της έπιασα το χέρι.
— Είναι. Απλώς μαζευτήκαμε πολλοί και κάναμε περισσότερη φασαρία απ’ όση ήθελες.
— Εσύ δεν φταις.
— Κι εγώ μπορούσα να σε είχα ακούσει καλύτερα.
Έγειρε πάνω μου.
Έμεινα μαζί της χωρίς να μιλάω.
Από το σαλόνι ακούστηκε η φωνή του παππού Πέτρου:
— Ποιος έβαλε λεωφορείο μέσα στην παντόφλα μου;
Η Νεφέλη άρχισε να γελάει πάνω στον ώμο μου.
— Δεν γίνεται να μείνεις θυμωμένος εδώ μέσα.
— Γίνεται. Απλώς σε διακόπτουν.
Σκούπισε τα μάτια της.
— Η τούρτα;
— Σε δέκα λεπτά θα είναι έτοιμη.
— Αλήθεια;
— Αγάπη μου, έχω φτιάξει στολή πεταλούδας με χαρτόνι στις έντεκα το βράδυ. Λίγη κρέμα δεν θα με νικήσει.
Στην κουζίνα βρήκα δύο γιαγιάδες, μια νονά κι έναν Δημήτρη γύρω από την τούρτα.
Όλοι κοιτούσαν.
Κανείς δεν άγγιζε.
Πήρα το μαχαίρι.
— Ράνια, φράουλες. Μαμά, μπισκότα. Μαμά Άννα, τον τρίφτη.
Ο Δημήτρης ανασήκωσε τα μανίκια.
— Εγώ;
Του έδωσα ένα κουτάλι.
— Φύλαγε την πόρτα.
Τρίψαμε σοκολάτα, καλύψαμε το πλαϊνό με μπισκότο, βάλαμε τις φράουλες γύρω από τη βάση.
Η δαγκωμένη έμεινε σε ένα πιατάκι για τον ένοχο.
Η πεθερά μου έκανε ένα βήμα πίσω.
— Ωραία έγινε.
— Πολύ, είπε η μητέρα μου.
Τις κοίταξα.
— Να το σημειώσουμε κάπου αυτό. Συμφωνήσατε δεύτερη φορά σήμερα.
Η Ράνια γέλασε.
Ο Δημήτρης έσκυψε και με φίλησε στον κρόταφο.
— Πάλι το έσωσες.
Του έδωσα τις χαρτοπετσέτες.
— Βοήθησε να μείνει σωσμένο.
Πριν βγει η τούρτα, η μικρή Άννα πήγε στη Νεφέλη με μια ζωγραφιά.
Είχε σχεδιάσει όλη την οικογένεια.
Εγώ ήμουν στη μέση.
Με πολλά χέρια.
— Γιατί έτσι η μαμά; ρώτησε η Νεφέλη.
— Γιατί αλλιώς δεν προλαβαίνει.
Ο Δημήτρης, που στεκόταν δίπλα, κοίταξε τη ζωγραφιά λίγο περισσότερο από τους άλλους.
Ο Πέτρος, ο γιος μου, έδωσε στην αδερφή του έναν φάκελο.
Μέσα είχε γράψει:
«Δεν θα μπαίνω στο δωμάτιό σου χωρίς να χτυπάω».
Η Νεφέλη σήκωσε τα φρύδια της.
— Για πόσο;
— Μέχρι τα επόμενα γενέθλιά σου.
— Υπογραφή.
— Καλά. Φέρε στυλό.
Ο Μάριος πλησίασε τελευταίος.
Κρατούσε το αγαπημένο του κόκκινο αυτοκινητάκι.
Το ακούμπησε στην παλάμη της.
— Για θένα.
Η Νεφέλη γονάτισε.
— Μου το χαρίζεις;
Έγνεψε.
Μετά πρόσθεσε:
— Να μου το δίνειθ λίγο.
Τον αγκάλιασε.
— Όποτε θέλεις.
Σβήσαμε τα φώτα.
Άναψα τα κεράκια.
Ο Δημήτρης έφερε την τούρτα και την ακούμπησε μπροστά στη Νεφέλη.
Από πίσω της λαμπύριζε το δέντρο.
Κάτω από το δέντρο, μισός έξω και μισός μέσα στην κουβέρτα, ο Φίλιππος έσπρωχνε αθόρυβα ένα φορτηγό.
Τον είδα.
Με είδε.
Έβαλε το δάχτυλο στα χείλη του.
Συμφωνήσαμε.
Αρχίσαμε να τραγουδάμε.
Οι φίλοι της Νεφέλης στον σωστό ρυθμό.
Οι μεγάλοι περίπου.
Ο παππούς Πέτρος με προσωπική ερμηνεία.
Η γιαγιά Άννα τραβούσε βίντεο και έλεγε:
— Λίγο πιο κοντά, Δημήτρη. Δεν φαίνεται το παιδί.
Ο Δημήτρης έκανε στην άκρη.
— Τώρα κόβεις την τούρτα.
Έκανε πίσω.
— Τώρα φαίνεται το δέντρο.
— Μαμά, τι να κάνω;
— Κάτσε φυσικά!
Σταμάτησα να τραγουδάω για ένα δευτερόλεπτο από τα γέλια.
Η Νεφέλη με κοίταξε.
Γελούσε κι εκείνη.
Έκλεισε τα μάτια της, έκανε μια ευχή και φύσηξε.
Ο Μάριος πρόλαβε να φυσήξει μαζί της.
— Μάριε! είπε ο Πέτρος.
Ο μικρός σήκωσε τα χέρια του.
— Ήταν μακλιά.
Δεν ξέρω τι εννοούσε.
Τον χειροκροτήσαμε κι αυτόν.
Η τούρτα μοιράστηκε.
Η γιαγιά Άννα ήθελε μικρό κομμάτι, αλλά «όχι τόσο μικρό».
Η μητέρα μου ήθελε χωρίς πολλή κρέμα.
Ο παππούς Πέτρος πήρε ένα κομμάτι για τον ίδιο και ένα για τον Μάριο.
Το δεύτερο ήταν μεγαλύτερο.
Τον κοίταξα.
— Μπαμπά.
— Δεν θα το φάει όλο το παιδί. Θα βοηθήσω.
Στο χαλί τα αυτοκινητάκια συνέχισαν τις διαδρομές τους.
Η χρυσή μπάλα κοιμόταν ακόμα στην κουβέρτα.
Το πατίνι έμεινε στο μπαλκόνι.
Κάποιος έβαλε μουσική και ο Δημήτρης άρχισε να κουνάει τους ώμους.
Η Νεφέλη τον είδε.
Σήκωσε το δάχτυλο.
Σταμάτησε αμέσως.
Με κοίταξε από μακριά.
Του έκανα νόημα ότι δεν μπορούσα να τον βοηθήσω.
Είχα φάει ήδη αρκετή κοινωνική έκθεση για μια μέρα.
Όταν έφυγαν οι τελευταίοι, το σπίτι μύριζε πίτσα, σοκολάτα και ζεστούς ανθρώπους.
Στον καναπέ υπήρχε μια κορδέλα.
Κάτω από την πολυθρόνα ένα καλτσάκι.
Στο δέντρο ένα μπλε αυτοκινητάκι που δεν είχα πια κουράγιο να κατεβάσω.
Ο Δημήτρης πήρε τη σακούλα των σκουπιδιών.
— Κάτσε.
Τον κοίταξα.
— Δεν αστειεύεσαι;
— Κάτσε. Θα μαζέψω.
Κάθισα πριν το ξανασκεφτεί.
Η Νεφέλη ήρθε δίπλα μου κρατώντας ένα πιάτο.
Ένα κομμάτι τούρτα.
Με φράουλα.
— Το κράτησα για σένα.
— Εσύ έφαγες;
— Ναι, μαμά.
Ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου.
Έφαγα την πρώτη μπουκιά.
Για πρώτη φορά όλη μέρα, χωρίς να στέκομαι όρθια.
— Πέρασες καλά τελικά; τη ρώτησα.
Έγνεψε.
— Πολύ.
— Και οι φίλοι σου;
— Η Ελένη είπε ότι το σπίτι μας είναι σαν σειρά.
— Κωμωδία;
— Νομίζω.
Από κάτω από το δέντρο ακούστηκε μια μικρή φωνή.
— Μαμά;
Έσκυψα.
Ο Μάριος ήταν ξαπλωμένος στην κουβέρτα, αγκαλιά με τη χρυσή μπάλα.
— Τι θέλεις, αγάπη μου;
— Το μωλό κοιμήθηκε.
— Μπράβο. Ώρα να κοιμηθείς κι εσύ.
Έκλεισε τα μάτια.
Τα ξανάνοιξε.
— Έχει κι άλλη τούλτα;
Τράβηξα το πιάτο κοντά μου.
— Αυτή είναι της μαμάς.
Το σκέφτηκε λίγο.
Ύστερα μου χαμογέλασε.
— Να βοηθήθω;
Η Νεφέλη άρχισε να γελάει πάνω στον ώμο μου.
Έκοψα μια μικρή μπουκιά και του την έδωσα.
— Μόνο αυτή.
Ο Δημήτρης πέρασε κρατώντας τη σκούπα.
— Του χρόνου έξω, είπε.
Σήκωσα το πιρουνάκι μου.
— Γράψ’ το στην οικογενειακή ομάδα.
Σταμάτησε.
— Τώρα;
— Τώρα. Και χωρίς το «φέρτε όποιον αγαπάτε».
Ευχαριστώ για την ανάγνωση του κειμένου μου
Με απέραντη ΑΓΑΠΗ!!!
Evelyn





