Χριστούγεννα από τον Οκτώβριο!
Στο σπίτι μας τα Χριστούγεννα ήρθαν στις δεκαοχτώ Οκτωβρίου, στις εφτά και είκοσι το απόγευμα.
Εγώ εκείνη την ώρα είχα μια σακούλα του σούπερ μάρκετ στο κάθε χέρι, την τσάντα της δουλειάς στον ώμο και ένα πράσο κάτω από τη μασχάλη. Δεν ξέρω πώς βρέθηκε εκεί το πράσο. Κάπου ανάμεσα στο ταμείο και στο ασανσέρ είχα χάσει τον έλεγχο της ζωής μου.
Άνοιξα την πόρτα με το γόνατο.
— Κανείς να βοηθήσει;
Από το σαλόνι ακούστηκε:
— Μαμά, να στολίσουμε;
Έμεινα ακίνητη.
Το πράσο γλίστρησε στο πάτωμα.
Ήταν η μόνη λογική αντίδραση μέσα σ’ εκείνο το σπίτι.
Στον καναπέ κάθονταν παρατεταγμένα τα τέσσερα παιδιά μου. Η Νεφέλη, που πήγαινε γυμνάσιο και είχε μόνιμα την έκφραση ανθρώπου που ντρεπόταν εκ μέρους μας. Ο Πέτρος και η Άννα, στο δημοτικό, με την ενέργεια δύο μικρών ανεμογεννητριών. Και ο Μάριος, τριών χρονών, με πιτζάμες γεμάτες δεινοσαύρους και μία μόνο παντόφλα.
Την άλλη την είχε στο χέρι και τάιζε ένα λούτρινο αρκουδάκι.
Ανάμεσά τους, ο άντρας μου.
Με το πουκάμισο της δουλειάς, χαλαρωμένη γραβάτα και ύφος προέδρου επιτροπής που είχε ήδη εγκρίνει τη δαπάνη.
— Λέγαμε, μου είπε, μήπως φέτος στολίζαμε λίγο νωρίτερα.
Κοίταξα το ημερολόγιο στον τοίχο.
Μετά εκείνον.
Μετά το ημερολόγιο, γιατί ήθελα να είμαι δίκαιη.
— Δημήτρη, προχθές σκότωσα κουνούπι.
— Ε, και;
— Και το σκότωσα πάνω στο αντικουνουπικό. Αυτό δεν σου λέει κάτι για την εποχή;
— Μαμά, όλοι στολίζουν νωρίς πια, είπε η Νεφέλη.
— Ποιοι όλοι;
— Στο ίντερνετ.
— Στο ίντερνετ, αγάπη μου, υπάρχουν άνθρωποι που σιδερώνουν σεντόνια. Δεν θα τους ακολουθήσουμε σε όλα.
Ακούμπησα τις σακούλες στην κουζίνα. Το γάλα είχε πλακώσει τις ντομάτες, το ψωμί είχε γίνει φάκελος αλληλογραφίας και στο κινητό μου αναβόσβηναν δεκαεννιά μηνύματα από την ομάδα «Γονείς Δ΄ Δημοτικού».
Το τελευταίο έγραφε: «Καλησπέρα! Αύριο τα παιδιά να έχουν ένα μικρό γυάλινο βαζάκι».
Αύριο. Μικρό. Γυάλινο. Βαζάκι. Στις οχτώ παρά το βράδυ.
Αναρωτήθηκα αν μπορούσα να αδειάσω τη μαγιονέζα σε τάπερ χωρίς να το εκλάβει κανείς ως κραυγή βοήθειας.
— Μαμάαα;
Η Άννα είχε έρθει πίσω μου με τις χνουδωτές παντόφλες της. Κουνελάκια. Το ένα αυτί στεκόταν όρθιο, το άλλο είχε παραιτηθεί από τον Σεπτέμβριο. Το καταλάβαινα.
— Να βάλουμε μόνο το δέντρο;
— Όχι.
— Μόνο τα λαμπάκια;
— Όχι.
— Μόνο τις μπάλες;
Γύρισα αργά.
— Πού, Άννα; Στο πράσο;
Ο Πέτρος ξεπρόβαλε από την πόρτα.
— Εγώ μπορώ να φέρω τις κούτες.
— Εσύ χθες δεν μπορούσες να φέρεις το πιάτο σου από το τραπέζι στον νεροχύτη.
— Είναι βαρετό το πιάτο.
— Κι εγώ βαρετή είμαι Πέτρο μου, αλλά με κουβαλάω κάθε μέρα.
Ο Δημήτρης μπήκε χαμογελαστός στην κουζίνα.
Αυτό το χαμόγελο το γνώριζα. Ήταν το ίδιο που είχε όταν έλεγε «να πάρουμε σκυλάκι» και «σιγά, μια μικρή ανακαίνιση θα κάνουμε».
— Έλα, μωρέ. Να χαρούν τα παιδιά.
Άνοιξα το ψυγείο. Το έκλεισα. Το ξανάνοιξα, μήπως στη δεύτερη προσπάθεια είχε εμφανιστεί μέσα μια άλλη γυναίκα, ξεκούραστη, να αναλάβει.
— Τα παιδιά χαίρονται, Δημήτρη. Εγώ θέλω να μάθω πότε θα καθίσω.
— Θα βοηθήσω.
— Ωραία. Τι θα φάμε;
— Έχει τίποτα από χθες;
Τον κοίταξα. Το χαμόγελο έσβησε λίγο.
— Θα φτιάξω ομελέτες, είπε.
— Ωραία. Κι εγώ θα πάω να αλλάξω.
— Άρα μετά στολίζουμε;
— Άρα μετά θα δούμε αν εξακολουθώ να σας αγαπάω.
Στις οχτώ και δέκα φορούσα φόρμα, είχα τα μαλλιά πιασμένα με ένα μολύβι και στεκόμουν πάνω από μια λεκάνη άπλυτα.
Από το σαλόνι ακούστηκε:
«It’s beginning to look a lot like Christmas…»
Πήγα μέχρι την πόρτα. Ο Δημήτρης κρατούσε το τηλεχειριστήριο.
— Τυχαία το έβαλε, είπε.
— Η τηλεόραση;
— Η λίστα.
— Μάλιστα. Να της πεις της λίστας ότι έχουμε ακόμα σταφύλια.
Στο μεταξύ, τα παιδιά είχαν αλλάξει.
Όλα.
Χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς κυνηγητό, χωρίς «πού είναι η μπλούζα μου».
Η Νεφέλη φορούσε καρό πιτζάμες. Ο Πέτρος μια μπλούζα με τάρανδο. Η Άννα είχε βάλει κόκκινες κάλτσες μέχρι το γόνατο και ο μικρός είχε εμφανιστεί με ένα σκουφί Άγιου Βασίλη που του έπεφτε στα μάτια.
Είχαν οργανωθεί.
Αυτοί οι άνθρωποι που κάθε πρωί δεν μπορούσαν να συντονιστούν για να βγούμε από το σπίτι πριν χτυπήσει το δεύτερο κουδούνι, είχαν ετοιμάσει ολόκληρη επιχείρηση πίσω από την πλάτη μου.
— Πού το βρήκατε το σκουφί;
Σιωπή.
— Δημήτρη;
— Είχα κατεβάσει μία κουτίτσα.
— Από πού;
— Από το πατάρι.
— Πότε;
— Πριν έρθεις.
Έκλεισα τα μάτια μου.
Πριν από χρόνια, όταν έκλεινα τα μάτια μου, ονειρευόμουν ταξίδια. Τώρα έλεγχα αν άρχιζε ο πονοκέφαλος.
— Δηλαδή δεν με ρωτήσατε αν θα στολίσουμε. Με ενημερώσατε ότι ξεκινήσατε.
— Όχι, βέβαια, είπε η Νεφέλη. Θέλουμε και τη γνώμη σου.
— Η γνώμη μου είναι όχι.
— Εντάξει, αλλά άκου και τις άλλες γνώμες.
Ο Μάριος ήρθε κοντά μου και αγκάλιασε το γόνατό μου.
— Μαμά, έλα να κάνουμε όμοφα.
Έσκυψα και του ίσιωσα το σκουφί.
Είχε ζεστά μαγουλάκια, μύριζε σαπούνι και είχε κολλημένο ένα μακαρονάκι στο μανίκι από το μεσημέρι.
— Όμορφα είναι και τώρα, μωρό μου.
Κοίταξε γύρω το σαλόνι. Το καλάθι με τα ασιδέρωτα. Τη σιδερώστρα. Τον λογαριασμό του ρεύματος πάνω στο τραπεζάκι.
— Πού είναι όμοφα μαμά; ρώτησε και έδειξε γύρω με το μικρό χεράκι του.
Ο πατέρας του έβηξε για να κρύψει το γέλιο.
— «Στο καλό να πάτε, εσείς και τα Χριστούγεννά σας! Εγώ ακόμα μαζεύω τα καλοκαιρινά!», μουρμούρισα.
— Αυτό είναι ναι; ρώτησε ο Πέτρος.
— Αυτό είναι να φάτε πρώτα.
Δεν σιχαινόμουν πάντοτε τα Χριστούγεννα.
Κάποτε τα αγαπούσα.
Τότε που κάποιος άλλος θυμόταν να αγοράσει μπαταρίες, να πλύνει τα καλά τραπεζομάντιλα και να βρει δώρο για μια δασκάλα που δεν ήθελε «πάλι κούπα».
Τώρα, μόλις έβλεπα χρυσόσκονη, το αριστερό μου βλέφαρο άρχιζε να παίζει.
Έβλεπα στεφάνι κι αναρωτιόμουν πού θα αποθηκευτεί.
Άκουγα «γιορτινό τραπέζι» κι έβλεπα δώδεκα πιάτα να μου ζητούν πλύσιμο.
Και κάθε χρόνο, στις εφτά Ιανουαρίου, ήμουν εγώ που κρατούσα μια σακούλα στο ένα χέρι κι ένα κλαδί του δέντρου στο άλλο, ενώ οι υπόλοιποι είχαν ξαφνικά πολύ διάβασμα.
Γι’ αυτό, όταν τελειώσαμε το φαγητό και ο Δημήτρης είπε «άντε, να το στήσουμε;», ακούμπησα το πιρούνι μου κάτω.
— Να σας πω κάτι; Εγώ είμαι κουρασμένη.
Η Άννα σταμάτησε να τυλίγει την πετσέτα της σαν σκουφάκι.
— Το ξέρουμε, μαμά.
— Δεν νομίζω ότι το ξέρετε. Σήμερα έφυγα από το σπίτι στις οχτώ. Στη δουλειά έφαγα μισό τοστ όρθια. Πήρα τηλέφωνο για τον οδοντίατρο, πλήρωσα τα αγγλικά, πήγα σούπερ μάρκετ και γύρισα για να ανακαλύψω ότι αύριο χρειαζόμαστε βαζάκι. Και τώρα, αν στολίσουμε, εγώ θα σκουπίσω, εγώ θα μαζέψω τις κούτες και μέχρι τον Μάρτιο θα βρίσκω βελόνες μέσα στις κάλτσες μου.
Ο Πέτρος κοίταξε τις παντόφλες του. Η Νεφέλη άφησε το κινητό.
Ο Δημήτρης έγειρε μπροστά.
— Έχεις δίκιο.
Τον κοίταξα καχύποπτα.
— Πες το άλλη μια φορά. Δεν το πρόλαβα.
— Έχεις δίκιο, είπε πάλι και χαμογέλασε λίγο. Κάτσε εσύ. Θα το κάνουμε εμείς.
— Και θα μαζέψετε;
— Και θα μαζέψουμε.
— Τις κούτες;
— Ναι.
— Τα χαρτιά;
— Ναι.
— Το πατάρι;
Εκεί έκανε μια παύση. Μικρή, αλλά την είδα.
— Και το πατάρι.
Η Νεφέλη σήκωσε το χέρι.
— Εγώ αναλαμβάνω τα μικρά στολίδια και το συμμάζεμα του σαλονιού.
— Εγώ σκούπα! είπε ο Πέτρος.
Ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα αυτό χωρίς να έχει προηγηθεί σπασμένο ποτήρι.
— Εγώ τις μπάλες! είπε η Άννα.
— Εγώ μπάλες! είπε κι ο Μάριος.
— Εσύ τις άθραυστες, του είπα.
— Θέλω τις άλλες.
— Ακριβώς γι’ αυτό.
Στις εννιά παρά τέταρτο καθόμουν στον καναπέ με μια κούπα τσάι.
Χωρίς να διπλώνω κάτι. Χωρίς να υπογράφω κάτι. Χωρίς να ψάχνω κάτι που βρισκόταν μπροστά στα μάτια εκείνου που το έψαχνε.
Ένιωθα άβολα.
— Μήπως να…
— Όχι, είπε ο Δημήτρης από το πάτωμα. Κάτσε.
Είχε μπροστά του τρία κομμάτια κορμού και διάβαζε τις οδηγίες ανάποδα.
Δεν μίλησα. Αυτό θέλει χαρακτήρα.
— Μπαμπά, το χοντρό πάει κάτω, του είπε η Άννα.
— Το ξέρω.
— Τότε γιατί έβαλες το λεπτό;
— Δοκιμάζω.
Η Νεφέλη με κοίταξε.
Ήπια τσάι.
Ο Πέτρος άνοιξε τα λαμπάκια. Ένα μεγάλο, σφιχτό κουβάρι κύλησε στην αγκαλιά του.
— Ποιος τα έβαλε έτσι;
— Εσύ, πέρσι, του είπα.
— Αποκλείεται.
— Είχες πει «τα έχω, μαμά, μη φοβάσαι».
Προσπάθησε να τραβήξει μια άκρη. Σφίχτηκαν περισσότερο.
— Τα είχα, είπε χαμηλόφωνα.
Ο Μάριος είχε χωθεί στην άδεια κούτα των στολιδιών.
— Είμαι δώλο!
— Έχεις απόδειξη αλλαγής; ρώτησε η Νεφέλη.
— Νεφέλη, της είπα.
— Τι; Να ξέρουμε.
Ο μικρός άρχισε να γαβγίζει μέσα από την κούτα.
Ο Δημήτρης σήκωσε το κεφάλι.
— Γιατί γαβγίζει το δώρο;
— Έκδοση με ήχο, είπα.
Το δέντρο στήθηκε στραβό. Λίγο.
Προς το μέρος μου.
— Σε κοιτάει, μου είπε ο άντρας μου.
— Απόψε όλοι κάτι θέλετε από μένα.
Η Άννα είχε ήδη κρεμάσει οκτώ μπάλες στο ίδιο κλαδί.
— Αγάπη μου, βάλε και πιο πέρα, της είπα γλυκά.
— Είναι οικογένεια αυτές, μου απάντησε καθώς ήταν ετυμόλογη, είχε πάρει από το σόι.
Δεν τις μετακίνησα.
Ο Πέτρος πέρασε τα λαμπάκια γύρω από τον κορμό με τέτοια αφοσίωση, που για λίγα λεπτά ακούγονταν μόνο τα κλαδιά και η μουσική. Η Νεφέλη στεκόταν δίπλα του και του έδινε το καλώδιο, ενώ με το άλλο χέρι εμπόδιζε τον μικρό να φάει ένα διακοσμητικό μπισκότο.
— Δεν τρώγεται, Μάριε.
— Γιατί το κάνανε μπισκότο;
— Έχεις ένα δίκιο, του είπα.
Κάτω από το δέντρο εμφανίστηκε ένα μικρό μπλε αυτοκινητάκι.
— Αυτό γιατί το έβαλες εκεί;
— Να πάει ο Βασίλης, είπε ο μικρός.
— Έχει έλκηθρο ο Άγιος Βασίλης.
— Χάλασε.
Δεν επέμεινα. Κάποιος θα ήξερε καλύτερα.
Ο Δημήτρης πήγε στην κουζίνα και γύρισε με κούπες κακάο. Είχε βάλει και λίγη κανέλα από πάνω.
Στον δίσκο υπήρχαν ψίχουλα, ένα κουτάλι λερωμένο και το βάζο της μερέντας ανοιχτό.
Άνοιξα το στόμα.
Με είδε.
— Θα τα μαζέψω.
Το έκλεισα.
Μου έδωσε μια ζεστή κούπα και κάθισε για λίγο δίπλα μου.
— Καλύτερα;
— Αν βρω κακάο στο λευκό χαλί, θα έχουμε επιδείνωση.
Τράβηξε το χαλάκι με το πόδι του πιο μακριά από τον Μάριο.
Μικρές κινήσεις. Έτσι σώζονται οι γάμοι.
Στις εννιά και μισή ήρθε η ώρα για το αστέρι.
Ο Μάριος ήθελε να το βάλει.
Η Άννα θυμήθηκε ότι πέρσι το είχε βάλει ο Πέτρος.
Ο Πέτρος υποστήριξε ότι πέρσι δεν μετρούσε, επειδή το αστέρι είχε πέσει.
Η Νεφέλη είπε ότι αν δεν αποφάσιζαν σε δύο λεπτά, θα το έβαζε εκείνη και θα τελειώναμε.
Τους άκουγα με την κούπα στα χέρια.
Έξω περνούσε ένα μηχανάκι. Από το ανοιχτό παράθυρο ερχόταν μυρωδιά από φαγητό κάποιου γείτονα. Στο μπαλκόνι μας στέγνωνε ακόμα ένα σορτσάκι.
Και μέσα στο σαλόνι στεκόταν το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Δεκαοχτώ Οκτωβρίου.
Με μια οικογένεια από μπάλες στο ίδιο κλαδί και ένα αυτοκινητάκι για τον Άγιο Βασίλη.
— Να το βάλει η μαμά, είπε ξαφνικά η Άννα.
Γύρισαν όλοι προς το μέρος μου.
— Γιατί η μαμά;
Σήκωσε τους ώμους.
— Επειδή όλο δουλεύει και χάνει τα ωραία.
Το είπα μέσα μου μια φορά.
Μετά άλλη μία.
Άφησα την κούπα στο τραπεζάκι.
— Δώσ’ το εδώ.
Ο Δημήτρης σηκώθηκε αμέσως και μου έφερε το χαμηλό σκαμνάκι. Ο Πέτρος κρατούσε τον κορμό, λες και επρόκειτο να αναρριχηθώ σε έλατο του Ολύμπου. Η Νεφέλη είχε ανοίξει την κάμερα.
— Μη με τραβάς με το μολύβι στο κεφάλι.
— Ωραία είσαι.
— Νεφέλη.
Κατέβασε το κινητό.
Έβαλα το αστέρι.
Έγερνε δεξιά.
Το ίσιωσα.
Έγειρε αριστερά.
Ο Δημήτρης έκανε να πει κάτι.
— Θα το αφήσουμε με άποψη, του είπα.
Κατέβηκα και ο μικρός χώθηκε αμέσως ανάμεσα στα πόδια μου, ζητώντας αγκαλιά.
Τον σήκωσα.
Είχε χάσει και τη δεύτερη παντόφλα.
— Άναψέ το, μαμά, ψιθύρισε.
Πάτησα τον διακόπτη.
Τίποτα.
Ο Πέτρος έσκυψε πίσω από το δέντρο.
— Μισό.
Ακούστηκε ένα κλικ και άναψαν όλα μαζί.
Ο μικρός άνοιξε το στόμα του.
Η Άννα χτύπησε παλαμάκια.
Η Νεφέλη χαμογέλασε έτσι όπως χαμογελούσε παλιά, πριν αρχίσει να προσέχει ποιος την κοιτάζει.
Κι ο Δημήτρης άπλωσε το χέρι και με τράβηξε κοντά του.
— Ωραίο, ε;
Κοίταξα τα παιδιά με τις πιτζάμες τους, στριμωγμένα μπροστά στο δέντρο.
— Ωραίο, είπα.
— Άρα τελικά σου αρέσουν τα Χριστούγεννα.
— Μην το προχωράς.
Λίγο αργότερα, η Νεφέλη μάζευε τα χαρτιά. Ο Πέτρος κυνηγούσε με τη σκούπα μια κορδέλα που δεν έλεγε να αποχωριστεί το χαλί. Η Άννα έβαζε τα καπάκια στις άδειες κούτες και ο Δημήτρης έπλενε τις κούπες.
Εγώ καθόμουν.
Ο Μάριος είχε αποκοιμηθεί πάνω μου, με το στόμα λίγο ανοιχτό και το σκουφί του Άγιου Βασίλη σφιγμένο στη χούφτα του.
Ακούμπησα το μάγουλό μου στα μαλλιά του.
— Μαμά; είπε σιγανά η Άννα.
— Μμμ;
— Αύριο να κάνουμε μελομακάρονα;
Ο Δημήτρης σταμάτησε να πλένει.
Η Νεφέλη δάγκωσε τα χείλη της.
Ο Πέτρος έκλεισε τη σκούπα για να ακούσει.
Τους κοίταξα έναν έναν.
— Αύριο, αγάπες μου, θα κάνετε φακές.
Ο Πέτρος αναστέναξε.
— Με το δέντρο αναμμένο;
Χάιδεψα την πλάτη του μικρού και βολεύτηκα λίγο καλύτερα στον καναπέ.
— Με το δέντρο αναμμένο.
Ευχαριστώ για την ανάγνωση του κειμένου μου
Με απέραντη ΑΓΑΠΗ!!!
Evelyn




