Γνωρίστε τη συγγραφέα Χριστίνα Σπύρου
Συνέντευξη στο Books 'n More
Η Χριστίνα Σπύρου συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό μέσα από το πρώτο της αστυνομικό μυθιστόρημα, «Ποιος σκότωσε τη Ρόζι Ιωαννίδη;», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μελτέμι.
Απόφοιτη της Νομικής Σχολής Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Δημόσιο Δίκαιο και επαγγελματική εμπειρία στον χώρο της Δικαιοσύνης και του τραπεζικού τομέα, η Χριστίνα Σπύρου κάνει το πρώτο της βήμα στον κόσμο της λογοτεχνίας, επιλέγοντας το αστυνομικό μυθιστόρημα.
Σήμερα, το Books 'n More έχει τη χαρά να τη φιλοξενεί στη στήλη «Γνωρίστε τη συγγραφέα». Μέσα από τη συνέντευξη που μας παραχώρησε, μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε την ίδια, να ανακαλύψουμε τη σχέση της με τη συγγραφή και να μάθουμε περισσότερα για το πρώτο της βιβλίο.
Ας τη γνωρίσουμε καλύτερα!

Ας ξεκινήσουμε από τη Ρόζι. Γιατί έπρεπε να πεθάνει;
Οι περισσότεροι θα ρωτούσαν ποιος τη σκότωσε. Εμείς θα το πάμε ένα βήμα πίσω. Τι ήταν αυτό που έκανε τη Ρόζι Ιωαννίδη το κατάλληλο πρόσωπο γύρω από το οποίο θα χτιζόταν μια ολόκληρη αστυνομική ιστορία; Γεννήθηκε πρώτα η Ρόζι στο μυαλό σας ή πρώτα το έγκλημα;
Ο χαρακτήρας της Ρόζι και το έγκλημα γεννήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στο
μυαλό μου. Πριν ακόμη ξεκινήσω να γράφω το βιβλίο, ήξερα ποιο θα ήταν το θύμα
και ποιο το έγκλημα — η δολοφονία της.
Ήθελα η Ρόζι να είναι μια νέα, όμορφη, δυναμική και πλούσια γυναίκα, που
εκ πρώτης όψεως φαίνεται να έχει μια ιδανική ζωή, χάρη στην οικογένειά της. Όταν,
όμως, βρίσκεται νεκρή, αυτή η εικόνα αρχίζει σταδιακά να καταρρέει. Και όσο
προχωρά η έρευνα, γίνεται φανερό ότι πίσω από την επιτυχημένη και λαμπερή ζωή
της οικογένειας Ιωαννίδη υπάρχουν πράγματα που κανείς δεν θέλει να
αποκαλυφθούν.
Η οικογένεια βρίσκεται από την αρχή στο επίκεντρο της ιστορίας. Είναι μια
εύπορη οικογένεια που μοιάζει να τα έχει όλα, αλλά κάτω από την επιφάνεια
υπάρχουν παλιά μυστικά, κρυμμένες σχέσεις, συγκρούσεις και γεγονότα του
παρελθόντος που εξακολουθούν να επηρεάζουν το παρόν. Ουσιαστικά, η δολοφονία
της Ρόζι είναι μόνο η αφετηρία. Το πιο ενδιαφέρον είναι όσα αποκαλύπτονται στην
πορεία.
Μέχρι τη μεγάλη αποκάλυψη του δολοφόνου, ο αναγνώστης ακολουθεί τη
Δανάη και τον Αντρέα, τους αστυνομικούς του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, και μαζί
τους ανακαλύπτει σταδιακά ότι πίσω από την εικόνα της τέλειας ζωής κρύβεται μια
εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Όταν γράφατε το βιβλίο, γνωρίζατε εξαρχής ποιος είναι ο δολοφόνος ή υπήρξε
στιγμή που ακόμη και εσείς «υποψιαστήκατε» κάποιον άλλον;
Σε ένα μυθιστόρημα γεμάτο υπόπτους, μυστικά και ανατροπές, πόσο αυστηρά
μπορεί ένας συγγραφέας να ακολουθήσει το αρχικό του σχέδιο; Υπήρξε κάποιος
χαρακτήρας που στην πορεία απαίτησε μεγαλύτερο ρόλο απ’ όσο του είχατε
αρχικά δώσει;
Η αλήθεια είναι ότι είχα αποφασίσει εξαρχής ποιος θα ήταν ο δολοφόνος. Από
την πρώτη στιγμή που άρχισα να γράφω την ιστορία, ήξερα ποιος κρύβεται πίσω από
τη δολοφονία της Ρόζι και ποια είναι η πραγματική του σχέση με όσα συμβαίνουν.
Αυτό ήταν απαραίτητο για μένα, γιατί, όταν γράφεις ένα αστυνομικό μυθιστόρημα,
θέλεις οι ανατροπές και τα στοιχεία που αφήνεις στην πορεία να οδηγούν τελικά σε
μια λύση που να έχει λογική και να μην μοιάζει αυθαίρετη.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλα εξελίχθηκαν ακριβώς όπως τα είχα
σχεδιάσει από την αρχή. Η συγγραφή είναι μια ζωντανή διαδικασία και, όσο
προχωράς, οι ίδιοι οι χαρακτήρες αρχίζουν κατά κάποιον τρόπο να αποκτούν τη δική
τους δυναμική. Κάποιες σκηνές εξελίχθηκαν διαφορετικά από ό,τι είχα αρχικά
φανταστεί, ενώ ορισμένοι χαρακτήρες απέκτησαν μεγαλύτερο ρόλο στην πορεία.
Δεν υπήρξε, λοιπόν, στιγμή που να αμφισβήτησα πραγματικά την ταυτότητα
του δολοφόνου, αλλά υπήρξαν αρκετές στιγμές που η ιστορία με οδήγησε σε
διαφορετικούς δρόμους από αυτούς που είχα αρχικά σχεδιάσει.
Νομίζω πως αυτό είναι και ένα από τα πιο όμορφα κομμάτια της συγγραφικής
διαδικασίας. Ξεκινάς έχοντας έναν συγκεκριμένο προορισμό, αλλά δεν γνωρίζεις
πάντα ακριβώς πώς θα φτάσεις εκεί. Αφήνεις την ιστορία και, κυρίως, τους
χαρακτήρες να σε οδηγήσουν. Και κάποιες φορές αυτή η διαδρομή είναι πολύ πιο
ενδιαφέρουσα από αυτή που είχες φανταστεί στην αρχή.
Πόσα ψέματα χρειάζονται για να κρυφτεί μία αλήθεια;
Στο βιβλίο φαίνεται να παίζετε έντονα με την έννοια της αλήθειας και της
εξαπάτησης. Σας ενδιαφέρει περισσότερο ο άνθρωπος που λέει ένα καθαρό ψέμα
ή εκείνος που χρησιμοποιεί κομμάτια της αλήθειας για να δημιουργήσει το
τέλειο άλλοθι;
Σίγουρα το δεύτερο. Με ενδιαφέρει περισσότερο ο άνθρωπος που δεν
χρειάζεται να πει ένα ψέμα, αλλά χρησιμοποιεί την αλήθεια επιλεκτικά για να
δημιουργήσει μια εκδοχή των γεγονότων που μοιάζει απόλυτα πειστική. Νομίζω πως
τα πιο επικίνδυνα ψέματα είναι εκείνα που έχουν μέσα τους ένα κομμάτι αλήθειας.
Αυτό με ενδιαφέρει και σε ανθρώπινο επίπεδο. Γιατί όλοι μπορούμε να πούμε
ένα ψέμα. Το πιο σκοτεινό, όμως, είναι να γνωρίζεις την αλήθεια και να αποφασίζεις
συνειδητά ποιο κομμάτι της θα δείξεις στον άλλον. Εκεί το ψέμα γίνεται πολύ πιο
δύσκολο να εντοπιστεί, γιατί βασίζεται σε κάτι που είναι πραγματικό.
Στο βιβλίο μου ήθελα να πετύχω ακριβώς αυτό: να μην είναι εύκολο για τον
αναγνώστη να ξεχωρίσει ποιος λέει ψέματα και ποιος λέει μια αλήθεια που απλώς δεν
είναι ολόκληρη. Γιατί πολλές φορές η μισή αλήθεια μπορεί να είναι πιο επικίνδυνη
από ένα ολόκληρο ψέμα.

Ποιο είναι πιο επικίνδυνο για εσάς: ένα καλά κρυμμένο μυστικό ή ένας
άνθρωπος που πιστεύει ότι δεν έχει τίποτα πια να χάσει;
Οι αστυνομικές ιστορίες συχνά ξεκινούν από ένα έγκλημα, αλλά στην
πραγματικότητα μιλούν για ανθρώπινες αδυναμίες. Ποια πλευρά της ανθρώπινης
φύσης θελήσατε περισσότερο να εξερευνήσετε μέσα από αυτή την ιστορία;
Για μένα, το πιο επικίνδυνο είναι ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα πια να
χάσει. Και, χωρίς να θέλω να κάνω κάποιο spoiler, ένας τέτοιος άνθρωπος υπάρχει
και στο βιβλίο μου.
Επέλεξα έναν τέτοιο χαρακτήρα, γιατί πάντα με γοήτευε η σκοτεινή πλευρά
της ανθρώπινης φύσης. Με ενδιαφέρει να καταλάβω τι μπορεί να οδηγήσει έναν
άνθρωπο στο σημείο όπου σταματά να φοβάται τις συνέπειες των πράξεών του. Τι
μπορεί να έχει συμβεί μέσα του, ώστε να πιστεύει πως δεν υπάρχει πλέον επιστροφή.
Στο βιβλίο μου θέλησα να εξερευνήσω ακριβώς αυτή την πλευρά. Όχι μόνο το
έγκλημα, αλλά κυρίως τον άνθρωπο πίσω από αυτό. Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από
μια τέτοια πράξη; Πόνος, προδοσία, απληστία, θυμός, ανάγκη για δικαίωση; Και
πόσο μπορεί να αλλάξει ένας άνθρωπος όταν όλα αυτά συσσωρεύονται μέσα του;
Γενικά πιστεύω ότι το πιο τρομακτικό δεν είναι ένα καλά κρυμμένο μυστικό.
Είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι δεν έχει πλέον τίποτα να χάσει.
Γιατί από εκεί και πέρα είναι ικανός για τα πάντα.

Αν καθόσασταν απέναντι από όλους τους χαρακτήρες σας σε ένα δωμάτιο και
μπορούσατε να κάνετε μόνο μία ερώτηση στον καθένα, ποια θα ήταν;
Και το δυσκολεύουμε λίγο περισσότερο: πιστεύετε ότι θα σας απαντούσαν την
αλήθεια ή κάποιοι από αυτούς θα επιχειρούσαν να εξαπατήσουν ακόμη και τη
δημιουργό τους;
Νομίζω πως θα ρωτούσα τον καθένα κάτι πολύ απλό: «Γιατί να σκοτώσει
κάποιος τη Ρόζι Ιωαννίδη;»
Και σίγουρα δεν θα περίμενα από όλους ειλικρινή απάντηση. Άλλωστε, τους
έχω κάνει τόσο περίπλοκους που θα ξαφνιαζόμουν αν όντως απαντούσαν όλοι με
ειλικρίνεια. Κάποιοι θα μου έλεγαν την αλήθεια, κάποιοι θα μου έλεγαν αυτό που
θέλουν να πιστέψω και κάποιοι θα προσπαθούσαν να με παραπλανήσουν, ακόμη κι
αν ήξεραν ότι απέναντί τους βρίσκεται η ίδια η δημιουργός τους.
Και αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια της συγγραφής για
μένα. Όταν ένας χαρακτήρας αποκτά τη δική του φωνή, παύει να είναι απλώς ένας
ρόλος μέσα στην ιστορία. Αρχίζει, κατά κάποιον τρόπο, να αποκτά τη δική του
βούληση και να αντιστέκεται στον δημιουργό του.
Κι αν έπρεπε να διαλέξω έναν μόνο χαρακτήρα του βιβλίου μου για να
καθίσω απέναντί του, θα επέλεγα σίγουρα τον δολοφόνο. Θα του έκανα μόνο μια
ερώτηση: «Γιατί;» Και έχω την αίσθηση ότι ακόμη κι εκείνη τη στιγμή, δεν θα μου
έλεγε όλη την αλήθεια.
Υπάρχει κάποιο στοιχείο μέσα στο βιβλίο που βρίσκεται μπροστά στα μάτια
του αναγνώστη, αλλά είστε σχεδόν βέβαιη ότι οι περισσότεροι δεν θα του δώσουν
σημασία όταν πρέπει;
Χωρίς φυσικά να μας αποκαλύψετε ποιο είναι, θέλουμε να μάθουμε κάτι άλλο:
πόσο απολαυστικό είναι για έναν συγγραφέα αστυνομικού μυθιστορήματος να
«κρύβει» την απάντηση μπροστά στα μάτια μας και να μας βλέπει να κοιτάζουμε
αλλού;
Εκεί ακριβώς βρίσκεται, για μένα, η μαγεία του αστυνομικού
μυθιστορήματος: στις ανατροπές και στην παραπλάνηση. Μου αρέσει πολύ η ιδέα να
«δίνω» ουσιαστικά την απάντηση στον αναγνώστη, χωρίς όμως να την αναγνωρίζει
τη στιγμή που πρέπει. Να υπάρχουν στοιχεία, ενδείξεις και μικρές λεπτομέρειες, αλλά
η έρευνα να οδηγείται σκόπιμα προς άλλες κατευθύνσεις, ώστε να σκέφτεται όλες τις
πιθανότητες εκτός από αυτή που ισχύει πραγματικά.
Και ομολογώ ότι αυτό είναι από τα πιο απολαυστικά κομμάτια της συγγραφής
για μένα. Την ώρα που ο αναγνώστης προσπαθεί να λύσει το μυστήριο, εγώ γνωρίζω
ήδη την απάντηση και απλώς τον παρακολουθώ να ψάχνει παντού… εκτός από εκεί
που πρέπει. Δεν θέλω, όμως, να τον κοροϊδέψω. Θέλω, όταν φτάσει στην αποκάλυψη,
να μπορεί να γυρίσει πίσω στις σελίδες και να πει: «Ήταν μπροστά μου όλο αυτό το
διάστημα και δεν το είδα». Για μένα, αυτή είναι η πραγματική επιτυχία ενός
αστυνομικού μυθιστορήματος: να καταφέρεις να κρύψεις τον δολοφόνο σε κοινή θέα.
Ένας καλός δολοφόνος στη λογοτεχνία πρέπει να μπορεί να ξεγελάσει τον
αναγνώστη. Πρέπει όμως να μπορεί να κάνει και κάτι πιο δύσκολο: να τον κάνει
να τον καταλάβει;
Σας ενδιέφερε να δημιουργήσετε έναν ένοχο που ο αναγνώστης απλώς θα
καταδικάσει ή έναν άνθρωπο του οποίου τα κίνητρα, έστω για μια στιγμή, θα
μπορέσει να κατανοήσει; Και πόσο λεπτή είναι αυτή η γραμμή όταν γράφεις για
το έγκλημα;
Με ενδιέφερε περισσότερο να δημιουργήσω έναν άνθρωπο που ο
αναγνώστης, ακόμη κι αν δεν μπορεί να δικαιολογήσει την πράξη του, να μπορέσει
έστω για μια στιγμή να καταλάβει το κίνητρό του. Δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα ο
«κακός» που είναι απλώς κακός. Θέλω ο αναγνώστης να αναρωτηθεί τι συνέβη σε
έναν άνθρωπο που τον έκανε να φτάσει μέχρι εκεί. Αυτό το αιώνιο «γιατί;». Ποια
γεγονότα, ποιες επιλογές, ποια συναισθήματα ή ποιες πληγές τον οδήγησαν σε μια
πράξη χωρίς επιστροφή.
Και αυτή είναι, νομίζω, η πιο δύσκολη ισορροπία όταν γράφεις για το
έγκλημα: να δώσεις στον αναγνώστη τη δυνατότητα να καταλάβει το κίνητρο, χωρίς
να του ζητάς να δικαιολογήσει το έγκλημα. Ίσως, μάλιστα, το πιο ενδιαφέρον σημείο
να είναι εκείνη η στιγμή που ο αναγνώστης σκέφτεται: «Δεν μπορώ σε καμία
περίπτωση να δικαιολογήσω αυτό που έκανε… αλλά μπορώ να καταλάβω πώς
έφτασε μέχρι εκεί». Για μένα, εκεί ο ένοχος παύει να είναι απλώς ένας δολοφόνος και
γίνεται άνθρωπος. Και αυτό κάνει την ιστορία πολύ πιο σκοτεινή, αλλά ταυτόχρονα
πολύ πιο αληθινή.

Θα κλείσουμε με μία ερώτηση που μάλλον δεν πρέπει να απαντήσετε: Ποιος
σκότωσε τη Ρόζι Ιωαννίδη;
Δεν περιμένουμε, φυσικά, όνομα. Θέλουμε όμως μία και μόνο φράση ως στοιχείο
για τους αναγνώστες του Books 'n more. Κάτι που τώρα μπορεί να τους φανεί
εντελώς αθώο, αλλά όταν κλείσουν την τελευταία σελίδα του βιβλίου να
σκεφτούν: «Μας το είχε πει. Απλώς δεν το καταλάβαμε».
Προφανώς δεν θα μπορούσα να δώσω ξεκάθαρη απάντηση σε αυτήν την
ερώτηση. Μπορώ όμως να πω το εξής στους αναγνώστες του Books 'n more:
«Μερικές φορές, ο άνθρωπος που όλοι προσπαθούν να προστατεύσουν είναι εκείνος
από τον οποίο πρέπει να προστατευτούν».
Και, από όσο μου έχουν πει όσοι έχουν ήδη διαβάσει το «Ποιος σκότωσε τη
Ρόζι Ιωαννίδη;», κανείς δεν περίμενε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο θα ήταν τελικά ο
δολοφόνος. Οπότε, αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να κρατήσουν οι αναγνώστες, είναι
αυτό: μην είστε ποτέ απόλυτα βέβαιοι για κανέναν. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
Κλείνοντας τη συνέντευξή μας…
Ευχαριστούμε θερμά τη Χριστίνα Σπύρου για τον χρόνο που μας αφιέρωσε και για την όμορφη συζήτηση που μοιράστηκε μαζί μας.
Της ευχόμαστε το πρώτο της αστυνομικό μυθιστόρημα, «Ποιος σκότωσε τη Ρόζι Ιωαννίδη;», να ταξιδέψει σε πολλά αναγνωστικά χέρια και να αποτελέσει την αρχή μιας δημιουργικής συγγραφικής διαδρομής.
Εμείς, στο Books 'n More, θα παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τα επόμενα λογοτεχνικά της βήματα και θα χαρούμε να τη φιλοξενήσουμε ξανά στις σελίδες μας.
Καλοτάξιδο το βιβλίο της!
Η συντακτική ομάδα του Books 'n More www.booksnmore.gr




