Επιβίωση του Στέλιου Καραγιανόπουλου- Διαβάστε ένα απόσπασμα από το βιβλίο
«Επιβίωση» του Στέλιου Καραγιανόπουλου
Ένα βιβλίο που μιλά για τις δοκιμασίες, τις αντοχές και τις στιγμές που καθορίζουν έναν άνθρωπο. Μέσα από την αφήγηση, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με καταστάσεις όπου η δύναμη, η θέληση και το ένστικτο της επιβίωσης αποκτούν ξεχωριστή σημασία.
Στο Books 'n More σας παρουσιάζουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Επιβίωση» του Στέλιου Καραγιανόπουλου.
Τον παππού μου τον Παναγιώτη δεν τον γνώρισα ποτέ. Πέθανε μια Κυριακή του Οκτώβρη την ώρα που έπαιζε χαρτιά σ’ ένα καφενείο στην παραλία της Καβάλας. Ο πατέρας μου ήταν τότε είκοσι χρονών. Καθώς μεγάλωνα ο Παναγιώτης δεν ήταν για μένα παρά μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ένας κύριος γύρω στα εξήντα, με χτενισμένα προσεχτικά τα μαλλιά του προς τα πίσω, ντυμένος με σακάκι και γραβάτα που κοιτούσε σοβαρός τον φακό. Ήταν μια ιδιωτική στιγμή του πατέρα μου αυτή η φωτογραφία. Ποτέ δεν την έβαλε σε περίοπτη θέση στο σαλόνι του σπιτιού μας. Την κρατούσε ανάμεσα στα πράγματά του. Μικρή, χωρίς κάδρο. Αλλά πάντα εκεί.
Η παρουσία του Παναγιώτη στη ζωή μου υπήρξε πάντοτε αδιόρατη. Άλλοι άνθρωποι με στιγμάτισαν. Για μένα ο Παναγιώτης ήταν ένας άνθρωπος χωρίς σώμα. Ένας άνθρωπος που μάλλον έζησε κάποτε, αλλά δεν ήμουν και απόλυτα σίγουρος για αυτό.
Στα είκοσι πήγα για πρώτη φορά στην Κωνσταντινούπολη. Ενθουσιάστηκα. Τότε δεν είχα τις λέξεις να το περιγράψω, αλλά τώρα πια μπορώ να δω ότι αυτό που με γοήτευσε ήταν ο οικείος εξωτισμός της. Όλα ήταν διαφορετικά εκεί. Αλλά την ίδια στιγμή τα ένιωθα και κοντινά. Την επισκέφτηκα ξανά και ξανά. Προσπάθησα να μάθω τη γλώσσα. Μέχρι που κατάλαβα (ή που ένιωσα) πως μόνο ο Παναγιώτης μπορούσε να μου προσφέρει τη σύνδεση που έψαχνα μ’ αυτό το χώρο. Γιατί ο Παναγιώτης έζησε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί γεννήθηκε. Εκεί έπαιξε όταν ήταν παιδί. Ο Βόσπορος ήταν η πρώτη θάλασσα που αντίκρυσε. Και πάνω που άρχισε να καταλαβαίνει τι συνέβαινε γύρω του, αναγκάστηκε να φύγει.
[…] Τα υλικά που έχω για να ξαναχτίσω τη ζωή του είναι ευτελή και πολύτιμα ταυτόχρονα. Σκόρπιες ιστορίες που ο Παναγιώτης είπε στον πατέρα μου. Ιστορίες που έφτιαξε ένα αγόρι στο μεταίχμιο της εφηβείας για να ξαναστήσει ένα κόσμο που γκρεμίστηκε προτού καλά-καλά τον γνωρίσει. Αλήθειες, ψέματα, φόβοι, επιθυμίες και όνειρα ανακατεμένα μαζί.
[…] Τόσο οι προφορικές ιστορίες, που έφτασαν σε μένα δεύτερο χέρι, όσο και τα θραύσματα από τα αρχεία είναι εξαιρετικά πολύτιμα γιατί είναι στοιχεία ζωντανά, πραγματικά, απτά. Είναι λέξεις που ειπώθηκαν από τα χείλη κάποιου που τότε ζούσε. Είναι φράσεις που γράφτηκαν στο χαρτί από ένα χέρι ζωντανό. Από ένα χέρι που θα μύριζε καπνό και ιδρώτα. Όμως όσες απαντήσεις μου δίνουν, άλλα τόσα ερωτήματα –ίσως και περισσότερα– μου δημιουργούν. Η αποσπασματικότητά τους δεν φτιάχνει μια εικόνα καθαρή. Πρέπει να βρω τρόπους να συμπληρώσω τα κενά. Ποιες ήταν οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ο Παναγιώτης κι η οικογένειά του; Ποιες ήταν οι αποφάσεις που κλήθηκαν να πάρουν; Τι επιλογές ανοίγονταν μπροστά τους;




