Τα ποιητικά πορτρέτα του Γιάννη Ψυχοπαίδη
ε κοινό μας τόπο την ποίηση και με τοπίο τη ζωγραφική συναντηθήκαμε με τον Γιάννη Ψυχοπαίδη στο ατελιέ του κάτω απ’ την Ακρόπολη, συζητώντας για τη νέα αναδρομική του έκθεση με τίτλο «Γιάννης Ψυχοπαίδης: Τοπία της Μνήμης. Αυτά που κράτησα» —η οποία θα παρουσιάζεται στο Μουσείο του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή μέχρι τις 4 Οκτωβρίου—, μα περισσότερο συζητώντας αναδρομικά για μία παλαιότερη έκθεσή του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ποιητικά – Η Ζωγραφική συναντάει την ποίηση», που είχε παρουσιαστεί το 2019 από το Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος και περιλάμβανε έργα διαφορετικών τεχνικών, όπως χαρακτικά, ακουαρέλες και ελαιογραφίες, καθώς και μία σειρά με πορτρέτα ποιητών που είχε δημιουργήσει ανά περιόδους.
Το έργο του Γιάννη Ψυχοπαίδη είναι πολύπλευρο, πολυθεματικό, με εύρος τεχνικών, και έχει παρουσιαστεί τόσο σε εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό όσο και σε προσεγμένες εκδόσεις βιβλίων από διάφορους εκδοτικούς οίκους, καθώς ο ίδιος διατηρεί αμείωτη τη δημιουργική του παρουσία και συγγραφικά· έχοντας εκδώσει καλλιτεχνικά λευκώματα, δοκιμιακά κείμενα πάνω στην τέχνη, καθώς και εικαστικές ανθολογίες με δική του επιλογή ποιημάτων και βιβλία που αφορούν εικαστικές συνομιλίες του με έργα ποιητών που έχουν αφήσει μέσα του το αποτύπωμά τους.
Στην εικαστική του πορεία άλλωστε ένα σημαντικό και σταθερό σημείο αναφοράς του παραμένει αυτή η μακροχρόνια και συστηματική ενασχόληση και συνομιλία του με την ποίηση, έχοντας δημιουργήσει μέσα στα χρόνια πολυάριθμα σχέδια, ποιητικά πορτρέτα και έργα μεικτής τεχνικής και διαφόρων υλικών εμπνευσμένος από τις ιστορίες ζωής, τα πρόσωπα, τα ποιήματα και τους στίχους Ελλήνων και ξένων ποιητών· από την Οδύσσεια του Ομήρου, τον Παρμενίδη, τον Ηρώνδα, τον Κάλβο, τον Μπάυρον, τον Παλαμά, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον Λόρκα, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Εμπειρίκο, τον Σαχτούρη, τη Δημουλά, τον Κοντό, τον Φωστιέρη, τον Βλαβιανό, τον Κυπαρίσση, τον Μεταξά, τον Σιώτη.
«Τα ποιητικά πορτρέτα αυτά γεννήθηκαν στη διάρκεια των πολλών τελευταίων χρόνων, χωρίς ακολουθία και ειρμό, ανάμεσα στα διαβάσματα και τα ξαναδιαβάσματα ποιημάτων και στίχων, σε στιγμές περισυλλογής ή εξωστρέφειας, χαλάρωσης ή αναταραχής, έντασης, νοσταλγίας ή ρεμβασμού. Και πάντα σαν αντίδωρο, μια κρυφή ανταπόδοση στους εικονιζόμενους και στα ζωντανά, βαθιά αυθεντικά αισθήματα που μας χαρίζει το τόσο διαφορετικό ποιητικό τους σύμπαν», γράφει ο ίδιος στο προλογικό σημείωμά του στο βιβλίο: Το πιο τίμιο – την μορφή του.




